Το 1711, τέσσερα χρόνια πριν από το τέλος της Β΄ Βενετοκρατίας, ο Ανώτατος Στρατιωτικός Διοικητής της Πελοποννήσου Marco Loredan συνέταξε την τελική του έκθεση προς τον διάδοχό του και τον Δόγη της Βενετίας.
Στην αναφορά του αποτυπώνει τη στρατιωτική, διοικητική και οικονομική κατάσταση του Βασιλείου του Μορέως, καταγράφοντας τα σημαντικότερα ζητήματα που αντιμετώπιζε η βενετική διοίκηση σε κάθε περιοχή.
Ανάμεσα στις αναφορές του ξεχωρίζει ένα εκτενές απόσπασμα που αφορά τα χωριά Βάστα, Ίσαρη και Ενόκοβι, τα οποία παρουσιάζονται ως ιδιαίτερη πρόκληση για τις βενετικές αρχές λόγω της γεωγραφικής τους θέσης και της δράσης των κατοίκων τους.
Στην ενότητα αυτή παρουσιάζεται το σχετικό απόσπασμα της έκθεσης, η ελληνική μετάφρασή του και ο απαραίτητος ιστορικός σχολιασμός.

Ιστορικό πλαίσιο
Πριν εξετάσουμε την έκθεση του Marco Loredan και τα γεγονότα που περιγράφει για τα χωριά Βάστα, Ίσαρη και Ενόκοβι, είναι απαραίτητο να παρουσιαστεί, έστω επιγραμματικά, το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίχθηκαν.
Όταν η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας κατέλαβε την Πελοπόννησο κατά τον Πόλεμο του Μορέως (1684–1699), βρέθηκε αντιμέτωπη με μια χώρα που είχε εξαντληθεί από δεκαετίες πολέμων, μετακινήσεων πληθυσμών και οικονομικής παρακμής. Μετά τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699), η Πελοπόννησος οργανώθηκε ως Βασίλειο του Μορέως (Regno di Morea) και η βενετική διοίκηση επιχείρησε να δημιουργήσει από την αρχή έναν αποτελεσματικό κρατικό μηχανισμό. Πραγματοποιήθηκαν απογραφές πληθυσμού και γαιών, συντάχθηκαν κτηματολόγια, οργανώθηκε νέο φορολογικό σύστημα και εγκαταστάθηκαν στρατιωτικές φρουρές στις σημαντικότερες πόλεις και οχυρά.
Παρά τις προσπάθειες αυτές, ο Μοριάς των αρχών του 18ου αιώνα παρέμενε μια περιοχή με σοβαρές δυσκολίες. Οι ίδιες οι βενετικές διοικητικές εκθέσεις περιγράφουν ανεπαρκείς οχυρώσεις, περιορισμένες στρατιωτικές δυνάμεις, προβλήματα ανεφοδιασμού, διοικητικές δυσλειτουργίες, οικονομικές καταχρήσεις και συνεχή δυσκολία ελέγχου της υπαίθρου. Η ασφάλεια των εμπορικών δρόμων αποτελούσε μόνιμη πρόκληση, ιδιαίτερα στις ορεινές περιοχές της Αρκαδίας και της Μεσσηνίας, όπου το δύσβατο ανάγλυφο περιόριζε σημαντικά την αποτελεσματικότητα της κρατικής διοίκησης.
Μέσα σε αυτό το ήδη δύσκολο περιβάλλον, η λειτουργία του κράτους στηριζόταν και σε ένα ιδιαίτερα βαρύ σύστημα υποχρεώσεων προς το Δημόσιο. Οι αγροτικοί πληθυσμοί της υπαίθρου επιβαρύνονταν με τις λεγόμενες αγγαρείες (angarie personali e reali), δηλαδή με υποχρεωτική προσωπική εργασία, επιτάξεις περιουσίας, παροχή καταλύματος και συντήρηση στρατιωτικών σωμάτων, συμμετοχή σε δημόσια έργα, εργασία σε οχυρώσεις, αλυκές, μεταφορές, υλοτομία, ακόμη και με την υποχρεωτική φιλοξενία ή οικονομική συντήρηση των έφιππων μισθοφορικών σωμάτων της Βενετίας.
Σύμφωνα με τη σύγχρονη έρευνα, οι αγγαρείες αποτέλεσαν έναν από τους βασικούς μηχανισμούς λειτουργίας του βενετικού κράτους, αλλά ταυτόχρονα δημιούργησαν σημαντική πίεση στους κατοίκους της υπαίθρου. Οι ίδιοι οι Βενετοί διοικητές, στις εκθέσεις τους προς τη Γερουσία, αναφέρονται στις κοινωνικές συνέπειες του συστήματος, στις αυθαιρεσίες που κατά τόπους το συνόδευαν και στη δυσαρέσκεια που προκαλούσε στους αγροτικούς πληθυσμούς. Δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες κάτοικοι εγκατέλειπαν τις εστίες τους, κατέφευγαν σε δυσπρόσιτες ορεινές περιοχές ή επιχειρούσαν να αποφύγουν τις υποχρεώσεις που τους είχαν επιβληθεί.
Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο συντάχθηκε, στις 20 Σεπτεμβρίου 1711, η τελική υπηρεσιακή έκθεση του Marco Loredan, Γενικού Προβλεπτή των Όπλων του Βασιλείου του Μορέως. Η έκθεση αποτελεί μία από τις σημαντικότερες διοικητικές μαρτυρίες για τα τελευταία χρόνια της Β΄ Βενετοκρατίας και αποτυπώνει την εικόνα που είχε η ίδια η βενετική διοίκηση για την κατάσταση στην Πελοπόννησο. Ανάμεσα στα ζητήματα που εξετάζει περιλαμβάνεται και μία εκτενής αναφορά στα χωριά Βάστα, Ίσαρη και Ενόκοβι, όπου ο Loredan περιγράφει τα μέτρα που, σύμφωνα με την αναφορά του, έλαβε η βενετική διοίκηση για την αντιμετώπιση της κατάστασης στην περιοχή.
Η έκθεση του Marco Loredan
Η έκθεση του Marco Loredan αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πρωτογενείς πηγές για τα τελευταία χρόνια της Β΄ Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο. Το ακόλουθο απόσπασμα αφορά αποκλειστικά τα χωριά Βάστα, Ίσαρη και Ενόκοβι και περιγράφει τα μέτρα που, σύμφωνα με τον ίδιο τον Γενικό Προβλεπτή, έλαβε η βενετική διοίκηση το 1711.

Η έκθεση του Marco Loredan δεν αποτελεί ιστορική αφήγηση που γράφτηκε εκ των υστέρων, αλλά επίσημο διοικητικό έγγραφο της ίδιας της βενετικής διοίκησης.
Συντάχθηκε στη Μεθώνη στις 20 Σεπτεμβρίου 1711, λίγο πριν από την ολοκλήρωση της θητείας του ως Γενικού Προβλεπτή των Όπλων του Βασιλείου του Μορέως (Provveditor General delle Armi nel Regno di Morea), και απευθύνεται στον διάδοχό του Antonio Loredan. Σκοπός της ήταν να παρουσιάσει αναλυτικά την κατάσταση που επικρατούσε στον Μοριά, τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η διοίκηση και τα μέτρα που είχαν ληφθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του.
Το έγγραφο καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, όπως την κατάσταση των οχυρώσεων, την επάρκεια των στρατιωτικών δυνάμεων, τα οικονομικά της διοίκησης, τις καταχρήσεις δημοσίων λειτουργών, τη λειτουργία της φορολογίας, την ασφάλεια των δρόμων και του εμπορίου, καθώς και τις σχέσεις της βενετικής εξουσίας με τους κατοίκους της υπαίθρου.
Ανάμεσα στις επιμέρους ενότητες της έκθεσης ξεχωρίζει μία εκτενής αναφορά στα χωριά Βάστα, Ίσαρη και Ενόκοβι. Ο Loredan τα παρουσιάζει ως περιοχές που, λόγω της δυσπρόσιτης γεωγραφικής τους θέσης, δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα στην ασφάλεια του εμπορίου και στον έλεγχο της υπαίθρου. Περιγράφει αναλυτικά τα μέτρα που εφαρμόστηκαν, από την εκτέλεση των αρχηγών έως την πυρπόληση των κατοικιών, την αναγκαστική μετεγκατάσταση των κατοίκων και την εγκατάσταση μόνιμων στρατιωτικών φρουρών στην πεδιάδα της Καρύταινας.
Το απόσπασμα που ακολουθεί παρατίθεται πρώτα στο πρωτότυπο ιταλικό κείμενο και στη συνέχεια σε πλήρη ελληνική μετάφραση, ώστε ο αναγνώστης να έχει άμεση πρόσβαση στην ίδια την πρωτογενή πηγή πριν από οποιονδήποτε σχολιασμό.
Το πρωτότυπο κείμενο
Η έκθεση του Marco Loredan συντάχθηκε στην ιταλική γλώσσα και αποτελεί επίσημο διοικητικό έγγραφο της βενετικής διοίκησης. Το ακόλουθο απόσπασμα προέρχεται από τη δημοσιευμένη έκδοση των «Εκθέσεων Βενετών Προνοητών» και αφορά αποκλειστικά τα χωριά Βάστα, Ίσαρη και Ενόκοβι.
Το κείμενο παρατίθεται αρχικά στο πρωτότυπο και ακολουθεί πλήρης ελληνική μετάφραση.
Πρωτότυπο ιταλικό κείμενο
Come ho già detto, lascio V. E. in piena tranquillità e quiete il Regno. Nella Messenia era fortemente turbato il commercio dalli Villici, di Isari Basta ed Enocovi, quali protetti dall’intransitabile sito, nel qual giacevano li Villaggi loro nella sicurezza del ricovero ardivano commettere continui svaleggi. Per frenar le iniquità de medesimi appliciai far togliere di vita li capi, che pareva prestassero il formento alle scelleratezze più enormi, ma l’eccidio loro non giovò, perché restò ardire egual ne seguaci, onde fu obligata la Carica valersi di più efficace e risoluto rimedio, per estinguer il male. Feci incendiar e distruggere le habitationi loro con che ho potuto ridurli e trapiantarli in domicilio ne Casali sparsi nella pianura di Caritena, affinché più non potessero cuoprire li misfatti e sottrarsi dalle pene.
A Cassini, che sta in mezzo della pianura medesima, destinai inoltre di quartier una delle Compagnie di Cavallaria, per haver l’occhio alla diretion loro, e dall’hora tutti vivono in rassegnatione et ubbidienza. Benché siano stati proveduti per il proprio sostentamento di terreni nella pianura stessa a cambio di quelli hanno dovuto abbandonar col loro ritiro delle suddette ville, può credersi non ostante vivo in essi il natural desiderio di restituirsi all’antico nido, e però sarà necessaria tutta l’avvertenza per frastornar il dissegno, quando vi fosse, perché se li sortisse il ritorno è fuori d’ogni dubbio che ripiglierebbero il primiero esercitio della rapina.
Con l’oggetto medesimo di tener in freno li Villici pur di Solimun contumaci et infesti non solo ai vicini ma anche a più lontani territorij stabilii egualmente nella loro villa il Quartier d’un altra Compagnia di Cavalleria.
Ne primi tempi sostentava ogni territorio un capitano de’ Maidani, quale assumeva l’obbligo di custodirlo, e risponder d’ogni furto; ma degenerato in progresso il fin provido della tutela in oppressione et aggravio fu soppresso et abolito l’impiego et ad ogni villaggio restò assignato il debito d’invigilar alla sicurezza del proprii confine. Sarebbe questo il più salutare ripiego, se li Villici havessero cuore et attenzione d’inseguire, e fermar li malviventi, ma di genio pavido non si cimentano, et il più delle volte essi medesimi somministrano loro vitto, et asilo. Trovai perciò in qualche Distretto più esposto alla infestazioni rinnovato il carico predetto col titolo di Custodi delle strade, ne mi bastò l’animo impedirne l’esercitio, perché i Communi medesimi mostrarono viva premura che continuasse il medesimo, loro sperimentandoli forse o più discreti, o più puntuali nel loro ufficio. Per me credo mezzo assai valevole a tener quieto il Paese l’uso della severità contro li Malfattori. Così praticai, e con il supplicio di pochi ho preservata e sostenuta di molti, ma riuscendo difficile alla carità, quando impiega con vigor l’autorità di haver nelle forze li Delinquenti.
Bramavo poter humiliar a publica notitia il vero stato, nel qual lascio la populatione del Regno et ordinai perciò in termine congruo l’anagrafi delle Anime; ma non, usata da tutti la dovuta sollecitudine mi vengono a mancar varie note, per il che restando imperfetta l’operatione permetterà V. E., che le rimetta quelle ho potuto haver, onde il suo zelo raccolga le rimanenti, e goda il merito d’avanzar all’Eccell.mo Senato questo lume che gli riuscirà ben accetto nel rilevar moltiplicato il numero degli habitatori del Regno medesimo.
Proseguisce il Catastico de beni sotto la diretion puntuale del sopra Intendente Ingeggner Borolo Carmoi. È assegnata a Periti con pubblici Decreti la mercede che conseguir devono ad ogni possessore in premio delle loro fatiche. Arrivò con tutto ciò l’avidità d’alcuno a deluder le leggi, con haver ad illecito suo provechio introdotto l’abuso d’esiger pagamenti a parte, per il dissegno, e dalle ville vitto per sé et il foraggio per li proprij Cavalli. Ho corretto il disordine, et appliciai vigoroso ritegno per l’avvenire, con incarico inoltre a dover ogni uno di essi soggettar da sei in sei mesi le operationi sue all’osservatione del suddetto sopra Intendente per poi esser depositate in Archivio.
Mi resta in fine supplicar la benignità di V. E. degnarsi gradir queste humilissime notitie a testimonio del mio zelo, e del particolare immutabile ossequio, che professarò sempre al suo insigne merito, con che le baccio divotamente le mani.
Modone li 20 Settembre 1711. S. N.
Hum.mo Div.mo et Oblig.mo Servitore
MARCO LOREDAN, Provveditor General.
Ελληνική μετάφραση
Όπως ήδη ανέφερα, παραδίδω στην Υμετέρα Εξοχότητα το Βασίλειο σε πλήρη ηρεμία και ασφάλεια.
Στη Μεσσηνία, όμως, το εμπόριο διαταρασσόταν σοβαρά από τους κατοίκους των χωριών Ίσαρη, Βάστα και Ενόκοβι. Προστατευμένοι από τη δυσπρόσιτη θέση όπου βρίσκονταν τα χωριά τους και αισθανόμενοι ασφαλείς μέσα στα φυσικά τους καταφύγια, τολμούσαν να πραγματοποιούν συνεχείς ληστρικές επιδρομές.
Για να περιορίσω την ανομία τους, διέταξα να θανατωθούν οι αρχηγοί τους, οι οποίοι φαίνονταν να υποκινούν τις σοβαρότερες εγκληματικές πράξεις. Όμως η εξόντωσή τους δεν απέφερε κανένα αποτέλεσμα, επειδή οι οπαδοί τους συνέχισαν να ενεργούν με την ίδια τόλμη. Έτσι, η Διοίκηση αναγκάστηκε να καταφύγει σε αποτελεσματικότερο και αποφασιστικότερο μέτρο για την εξάλειψη του κακού. Διέταξα να πυρποληθούν και να καταστραφούν οι κατοικίες τους και κατόρθωσα να τους συγκεντρώσω και να τους μετεγκαταστήσω σε διάσπαρτους οικισμούς της πεδιάδας της Καρύταινας, ώστε να μην μπορούν πλέον να αποκρύπτουν τις παράνομες πράξεις τους και να διαφεύγουν την τιμωρία.
Στο Κασσίνι, που βρίσκεται στο μέσο της ίδιας πεδιάδας, εγκατέστησα επιπλέον ως μόνιμη φρουρά μία από τις ίλες του ιππικού, ώστε να επιτηρεί τις κινήσεις τους, και από τότε όλοι ζουν με υποταγή και υπακοή. Παρότι τους παραχωρήθηκαν καλλιεργήσιμες εκτάσεις στην ίδια πεδιάδα για τη συντήρησή τους, σε αντικατάσταση εκείνων που εγκατέλειψαν μαζί με τα χωριά τους, μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι εξακολουθεί να παραμένει ζωντανή μέσα τους η φυσική επιθυμία να επιστρέψουν στις παλιές τους εστίες. Για τον λόγο αυτό θα απαιτείται συνεχής επαγρύπνηση, ώστε να αποτραπεί κάθε τέτοια προσπάθεια· διότι, αν τους επιτρεπόταν να επιστρέψουν, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι θα επανέρχονταν στην προηγούμενη δραστηριότητά τους, δηλαδή στις ληστρικές επιδρομές.
Με τον ίδιο σκοπό, δηλαδή για να συγκρατηθούν και οι κάτοικοι του Σουλιμά, οι οποίοι παρέμεναν απείθαρχοι και επικίνδυνοι όχι μόνο για τις γειτονικές αλλά και για πιο απομακρυσμένες περιοχές, εγκατέστησα επίσης στο χωριό τους ως μόνιμη φρουρά μία ακόμη ίλη ιππικού.
Κατά τα πρώτα χρόνια, κάθε περιοχή συντηρούσε έναν καπετάνιο των Maidani, ο οποίος αναλάμβανε την υποχρέωση να τη φυλάσσει και να λογοδοτεί για κάθε κλοπή. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, ο θεσμός αυτός εκφυλίστηκε και, επειδή από μέσο προστασίας κατέληξε να αποτελεί πηγή καταπίεσης και επιβάρυνσης, καταργήθηκε. Στη θέση του ανατέθηκε σε κάθε χωριό η ευθύνη να επιτηρεί την ασφάλεια των ορίων της περιοχής του. Το μέτρο αυτό θα ήταν το αποτελεσματικότερο, αν οι χωρικοί είχαν τη διάθεση και το θάρρος να καταδιώκουν και να συλλαμβάνουν τους κακοποιούς. Αντίθετα, από φόβο, τις περισσότερες φορές τους παρείχαν οι ίδιοι τροφή και καταφύγιο.
Για τον λόγο αυτό, σε ορισμένες περιοχές που ήταν περισσότερο εκτεθειμένες στις επιδρομές, επανέφερα τον θεσμό αυτό με την ονομασία «Φύλακες των Δρόμων» (Custodi delle Strade). Δεν θεώρησα σωστό να καταργήσω την υπηρεσία τους, επειδή οι ίδιες οι κοινότητες επιθυμούσαν έντονα τη συνέχισή της, θεωρώντας ότι οι άνθρωποι αυτοί εκτελούσαν τα καθήκοντά τους με μεγαλύτερη σύνεση και συνέπεια. Κατά τη γνώμη μου, όμως, το αποτελεσματικότερο μέσο για τη διατήρηση της ηρεμίας στον τόπο είναι η αυστηρή αντιμετώπιση των κακοποιών. Έτσι ενήργησα και, τιμωρώντας παραδειγματικά λίγους, διατήρησα την ασφάλεια των πολλών, όσο δύσκολο κι αν είναι για την επιείκεια να ασκεί την εξουσία με αποφασιστικότητα απέναντι στους εγκληματίες.
Επιθυμούσα να γνωστοποιήσω δημόσια την πραγματική κατάσταση στην οποία παραδίδω τον πληθυσμό του Βασιλείου και γι’ αυτό διέταξα, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, να συνταχθεί απογραφή των κατοίκων. Επειδή όμως δεν επέδειξαν όλοι την απαιτούμενη επιμέλεια, λείπουν ακόμη αρκετά στοιχεία και η εργασία αυτή παραμένει ελλιπής. Επιτρέψτε μου λοιπόν να σας παραδώσω όσα κατέστη δυνατό να συγκεντρωθούν, ώστε ο ζήλος σας να συμπληρώσει τα υπόλοιπα και να έχει την τιμή να παρουσιάσει στην Εξοχώτατη Γερουσία μια πληρέστερη εικόνα του αυξημένου πλέον πληθυσμού του Βασιλείου.
Παράλληλα συνεχίζεται η σύνταξη του Κτηματολογίου υπό τη σχολαστική επίβλεψη του Επικεφαλής Μηχανικού Borolo Carmoi. Με δημόσια διατάγματα έχει καθοριστεί η αμοιβή των πραγματογνωμόνων για την εργασία τους, ώστε κάθε ιδιοκτήτης να γνωρίζει τι οφείλεται. Παρ’ όλα αυτά, η απληστία ορισμένων οδήγησε σε καταστρατήγηση των νόμων, απαιτώντας παράνομα πρόσθετες πληρωμές για τα τοπογραφικά σχέδια, καθώς και τροφή για τους ίδιους και ζωοτροφή για τα άλογά τους από τα χωριά. Διόρθωσα αυτή την κατάχρηση και έλαβα αυστηρά μέτρα ώστε να μην επαναληφθεί, διατάσσοντας επιπλέον κάθε έξι μήνες οι εργασίες τους να υποβάλλονται στον παραπάνω Επικεφαλής Μηχανικό για έλεγχο και στη συνέχεια να κατατίθενται στο Αρχείο.
Στο τέλος, μου απομένει να παρακαλέσω την Υμετέρα Εξοχότητα να δεχθεί ευμενώς αυτές τις ταπεινότατες πληροφορίες ως μαρτυρία του ζήλου μου και της αμετάβλητης αφοσίωσής μου προς το πρόσωπό σας. Με βαθύ σεβασμό, σας ασπάζομαι τα χέρια.
Μεθώνη, 20 Σεπτεμβρίου 1711.
Ο ταπεινότατος, αφοσιωμένος και υπόχρεος υπηρέτης σας,
Marco Loredan
Γενικός Προβλεπτής των Όπλων του Βασιλείου του Μορέως
Συμπέρασμα

Η έκθεση του Marco Loredan δείχνει ότι τα χωριά Βάστα, Ίσαρη και Ενόκοβι δεν θεωρούνταν από τη βενετική διοίκηση μια τοπική ενόχληση περιορισμένης σημασίας. Αντίθετα, ο ίδιος ο Γενικός Προβλεπτής συνδέει άμεσα τη δράση των κατοίκων τους με τη σοβαρή διατάραξη του εμπορίου ολόκληρης της Μεσσηνίας («Nella Messenia era fortemente turbato il commercio…»).
Η διατύπωση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Loredan δεν αναφέρεται απλώς σε μεμονωμένες ληστείες ή σε προβλήματα μιας τοπικής κοινότητας. Επιλέγει να ξεκινήσει την αφήγησή του δηλώνοντας ότι το εμπόριο της Μεσσηνίας διαταρασσόταν έντονα από τη δράση των κατοίκων των τριών χωριών. Για έναν ανώτατο στρατιωτικό και διοικητικό αξιωματούχο της Βενετίας, η προστασία του εμπορίου αποτελούσε ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας, καθώς από αυτό εξαρτιόταν η οικονομική λειτουργία του Βασιλείου του Μορέως.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η κλιμάκωση των μέτρων που περιγράφει ο ίδιος. Σύμφωνα με την έκθεσή του, η διοίκηση προχώρησε αρχικά στην εκτέλεση των αρχηγών, όμως το μέτρο αυτό κρίθηκε ανεπαρκές. Ακολούθησε η πυρπόληση των κατοικιών, η αναγκαστική μετεγκατάσταση των κατοίκων και η εγκατάσταση μόνιμων στρατιωτικών φρουρών για την επιτήρησή τους. Η αλληλουχία αυτή δείχνει ότι, κατά την εκτίμηση της βενετικής διοίκησης, οι προηγούμενες παρεμβάσεις δεν είχαν επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Εξίσου σημαντικό είναι ότι ο Loredan δεν θεωρεί πως η υπόθεση έληξε με την καταστροφή των οικισμών. Αντίθετα, θεωρεί απαραίτητη τη συνεχή στρατιωτική επιτήρηση, επειδή εκτιμά ότι οι κάτοικοι θα επιχειρούσαν να επιστρέψουν στις παλαιές τους εστίες. Η παρατήρηση αυτή δείχνει ότι η βενετική διοίκηση θεωρούσε πως η περιοχή εξακολουθούσε να αποτελεί παράγοντα αστάθειας ακόμη και μετά την εφαρμογή των μέτρων.
Η γεωγραφία της περιοχής και η ιστορική της συνέχεια
Ένα ακόμη στοιχείο που αναδεικνύει η έκθεση του Marco Loredan είναι η σημασία της γεωγραφίας. Ο ίδιος αποδίδει μεγάλο μέρος του προβλήματος στη δυσπρόσιτη θέση των χωριών Βάστα, Ίσαρη και Ενόκοβι, σημειώνοντας ότι οι κάτοικοί τους εκμεταλλεύονταν το φυσικό ανάγλυφο και την ασφάλεια που τους παρείχαν οι ορεινοί οικισμοί.
Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν εξεταστεί σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα ιστορικά δεδομένα της περιοχής. Η ύπαρξη του βυζαντινού ναού της Αγίας Θεοδώρας από τον 11ο αιώνα, οι επανειλημμένες μεσαιωνικές αναφορές στα Σκόρτα ως ορεινή και δύσκολα ελεγχόμενη περιοχή, καθώς και οι μαρτυρίες για τα σημαντικά περάσματα που συνέδεαν την Αρκαδία με τη Μεσσηνία, δείχνουν ότι η συγκεκριμένη γεωγραφική ενότητα διατηρούσε τη στρατηγική της σημασία για πολλούς αιώνες.
Η έκθεση του Loredan δεν εξηγεί πότε ή γιατί αναπτύχθηκαν οι οικισμοί της περιοχής. Ωστόσο, η έμφαση που δίνει στη γεωγραφική τους θέση επιτρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο ότι η επιλογή αυτών των θέσεων δεν ήταν τυχαία. Σε συνδυασμό με τις αρχαιολογικές και ιστορικές ενδείξεις από την ευρύτερη περιοχή, η πηγή ενισχύει την εικόνα μιας ζώνης που, ήδη από τους βυζαντινούς και φραγκικούς χρόνους, διατηρούσε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία λόγω του ελέγχου των φυσικών διαβάσεων μεταξύ Αρκαδίας και Μεσσηνίας.
Βιβλιογραφία
- Βρεττού, Ειρήνη Δ., Ο θεσμός της προσωπικής και οικονομικής αγγαρείας (angarie personali e reali) στις κτήσεις των Βενετών στον ελληνόφωνο χώρο. Η περίπτωση της Πελοποννήσου κατά τη Β΄ Βενετοκρατία (1685–1715), Διδακτορική Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2021.
- Bon, Antoine, La Morée franque. Recherches historiques, topographiques et archéologiques sur la principauté d’Achaïe, Paris: De Boccard, 1969, ιδίως σ. 363–366, για την περιοχή των Σκορτών.
- Μουτσόπουλος, Ν. Κ., «Από την βυζαντινή Καρύταινα», Πελοποννησιακά, 16 (1985–1986), σ. 129–202.
- Χρονικόν του Μορέως, έκδ. Π. Καλονάρος, Το Χρονικόν του Μορέως. Το ελληνικόν κείμενον κατά τον Κώδικα της Κοπεγχάγης, Αθήνα, 1940.
- Χαρκιολάκης, Νίκος, Μελέτη στερέωσης και αποκατάστασης Ι. Ναού Αγίας Θεοδώρας Βάστα, Υπουργείο Πολιτισμού, 1996. Η μελέτη τοποθετεί πιθανώς την ανέγερση του υφιστάμενου ναού στον 12ο αιώνα.
- Λάμπρος, Σπυρίδων Π. (επιμ.), «Εκθέσεις των Βενετών Προνοητών της Πελοποννήσου εκ των εν Βενετία αρχείων εκδιδόμεναι», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τ. 5, Αθήνα, 1900, σ. 733–735. (Copia d’Informatione scritta dall’ Illustrissimo et Eccellentissimo Signor Marco Loredan, Provveditor General delle Armi in Regno all’ Illustrissimo et Eccellentissimo Signor Antonio Loredan suo Successore).
- Archivio di Stato di Venezia (A.S.V.), Provveditori da Terra e da Mar, busta 574, filza 854, n. 18.