Οι Basta και το Βάστα

Ο οίκος Basta εμφανίζεται στις βυζαντινές πηγές ήδη από τον 14ο αιώνα και το όνομά του προϋπάρχει της εγκατάστασής του στον Μοριά.
Επομένως, δεν είναι δυνατόν η οικογένεια να πήρε το όνομά της από το αρκαδικό Βάστα.
Το πραγματικό ιστορικό ερώτημα είναι διαφορετικό:

Πώς συνδέθηκε ο οίκος Basta με το Βάστα και γιατί η περιοχή έφερε το ίδιο όνομα;

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κάποιο έγγραφο που να απαντά οριστικά στο ερώτημα. Υπάρχουν όμως αρκετές ανεξάρτητες ιστορικές ενδείξεις οι οποίες, όταν εξεταστούν συνδυαστικά, διαμορφώνουν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εικόνα.

Η πρώτη ένδειξη προέρχεται από τον Κωνσταντίνο Σάθα. Στο έργο του δεν αναφέρει απλώς το όνομα Μπάστα, αλλά καταγράφει τρία χωριά με αυτό το όνομα στην Πελοπόννησο: ένα στην Αρκαδία, ένα στη Μεσσηνία και ένα στην Ηλεία.

Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο Σάθας σημειώνει ότι τα φέουδα διατηρήθηκαν ως ονόματα χωριών. Με βάση όμως τη σύγχρονη ιστορική έρευνα, για τον ύστερο βυζαντινό Μοριά ο όρος αυτός πιθανότατα αντιστοιχεί σε πρόνοιες ή άλλες μορφές στρατιωτικής γαιοκτησίας που παραχωρούνταν σε οίκους οι οποίοι προσέφεραν στρατιωτικές υπηρεσίες στο κράτος.

Η μοναδική γνωστή πηγή που συνδέει μέχρι σήμερα τα χωριά Μπάστα με φέουδα είναι ο Κωνσταντίνος Σάθας. Αν η πληροφορία αυτή αντανακλά πραγματική βυζαντινή κατάσταση, τότε η επιλογή της περιοχής δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί τυχαία.

Η οικονομική αξία του Τετραζίου δεν βασιζόταν σε μεγάλες γεωργικές εκτάσεις, αλλά κυρίως στους εκτεταμένους βοσκότοπους, στους άφθονους υδάτινους πόρους και στη δυνατότητα ελέγχου των ορεινών περασμάτων που συνέδεαν την Αρκαδία με τη Μεσσηνία και την Ηλεία. Για έναν στρατιωτικό οίκο, ένας τέτοιος χώρος μπορούσε να προσφέρει τόσο εισόδημα όσο και στρατηγικό πλεονέκτημα.

Δεν γνωρίζουμε αν τα τρία χωριά συνδέονταν μεταξύ τους ή αν αποτελούσαν πρόνοιες ή κτήσεις διαφορετικών συγγενικών κλάδων του ίδιου οίκου. Ωστόσο, η υπόθεση αυτή αποτελεί μια ιστορικά εύλογη ερμηνεία και αξίζει περαιτέρω διερεύνηση.

Εξίσου ενδιαφέρον είναι ότι τα δύο από τα τρία χωριά ήταν αρβανιτοχώρια, τα οποία πολλούς αιώνες αργότερα μετονομάστηκαν σε Πλατύ και Κρυονέρι. Αντίθετα, το αρκαδικό Μπάστα διατήρησε το ιστορικό του όνομα μέχρι σήμερα.

Η δεύτερη ένδειξη αφορά τον χαρακτήρα του ίδιου του χωριού. Σύμφωνα με τη σύγχρονη ιστορική γεωγραφία, το Βάστα κατατάσσεται στους ελληνικούς οικισμούς της περιοχής. Η εικόνα αυτή ενισχύεται και από την πληθώρα ελληνικών τοπωνυμίων που διατηρούνται μέχρι σήμερα τόσο μέσα στον οικισμό όσο και στην ευρύτερη περιοχή.

Ακόμη σημαντικότερη είναι η ύπαρξη του ναού της Αγίας Θεοδώρας. Το μνημείο χρονολογείται στον 11ο-12ο αιώνα και τεκμηριώνει οργανωμένη χριστιανική παρουσία στην περιοχή αρκετούς αιώνες πριν από την εμφάνιση των Basta στις πηγές και πριν από την οθωμανική κατάκτηση.

Η ανέγερση ενός ναού αυτού του τύπου προϋποθέτει την ύπαρξη μιας οργανωμένης κοινότητας ή ακόμη και περισσότερων μικρών κοινοτήτων που συνδέονταν μεταξύ τους μέσα από κοινή εκκλησιαστική και κοινωνική οργάνωση. Η εικόνα αυτή συμβαδίζει με όσα παρατηρούνται σε αρκετές ορεινές περιοχές του ύστερου Βυζαντίου, όπου διάσπαρτοι μικροί οικισμοί και εποχικές εγκαταστάσεις εξυπηρετούνταν από κοινά λατρευτικά και διοικητικά κέντρα.

Λίγο μετά την Άλωση του Μοριά, το Βάστα εμφανίζεται στο πρώτο οθωμανικό φορολογικό κατάστιχο της Πελοποννήσου (TT10, 1460-1463), ενώ αργότερα καταγράφεται και στις βενετικές απογραφές του 1680. Η παρουσία του στο TT10 δείχνει ότι λίγα μόλις χρόνια μετά την οθωμανική κατάκτηση ο οικισμός εξακολουθούσε να λειτουργεί ως οργανωμένη και φορολογικά ενεργή κοινότητα, γεγονός που ενισχύει την εικόνα ιστορικής συνέχειας από τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους.

Πώς μπορούν να συνδυαστούν όλα αυτά τα στοιχεία;

Μία πιθανή ερμηνεία είναι ότι ο οίκος Basta απέκτησε προνοιακά ή άλλα δικαιώματα στρατιωτικής γαιοκτησίας στην περιοχή και το όνομά του συνδέθηκε με τον σημαντικότερο, κατά πάσα πιθανότητα, οικισμό μιας ευρύτερης ομάδας εγκαταστάσεων ή με έναν ήδη υπάρχοντα βυζαντινό οικισμό. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει έγγραφο που να εξηγεί με βεβαιότητα τον ακριβή μηχανισμό αυτής της σύνδεσης.


Τι γνωρίζουμε

  • Ο οίκος Basta προϋπήρχε της εγκατάστασής του στον Μοριά και δεν πήρε το όνομά του από το αρκαδικό Βάστα.
  • Υπήρχε οργανωμένη βυζαντινή δραστηριότητα στην περιοχή ήδη από τον 11ο-12ο αιώνα, όπως αποδεικνύει ο ναός της Αγίας Θεοδώρας.
  • Ο οίκος Basta τεκμηριώνεται στις πηγές του 14ου και 15ου αιώνα και συνδέεται με τη βυζαντινή διοίκηση και τη στρατιωτική παρουσία στον Μοριά.
  • Ο Κωνσταντίνος Σάθας καταγράφει τρία χωριά με το όνομα Μπάστα στην Πελοπόννησο.
  • Το Βάστα καταγράφεται στο πρώτο οθωμανικό φορολογικό κατάστιχο και αργότερα στις βενετικές απογραφές ως κανονικός φορολογούμενος οικισμός.

Τι παραμένει ανοικτό

Παρότι η εικόνα γίνεται ολοένα και πιο καθαρή, αρκετά ζητήματα εξακολουθούν να παραμένουν αντικείμενο έρευνας.

  • Αν το αρκαδικό Βάστα αποτέλεσε πράγματι πρόνοια ή άλλη μορφή στρατιωτικής γαιοκτησίας του οίκου Basta.
  • Αν τα τρία χωριά Μπάστα της Πελοποννήσου αντιστοιχούσαν σε πρόνοιες ή κτήσεις διαφορετικών συγγενικών κλάδων του ίδιου οίκου.
  • Αν γύρω από την Αγία Θεοδώρα υπήρχε ήδη από τη μέση βυζαντινή περίοδο ένα ευρύτερο δίκτυο μικρών κοινοτήτων, από το οποίο προέκυψαν ή αναδιαμορφώθηκαν οι μεταγενέστεροι οικισμοί του Τετραζίου.
  • Ποια ήταν η ακριβής διοικητική και στρατιωτική οργάνωση της περιοχής κατά τους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου.

Η εικόνα που προκύπτει μέχρι σήμερα δεν αποτελεί οριστική απάντηση, αλλά ένα ιστορικό μοντέλο που βασίζεται στη σύνθεση όλων των διαθέσιμων πηγών. Κάθε νέο έγγραφο, φορολογικό κατάστιχο ή αρχαιολογικό εύρημα μπορεί να επιβεβαιώσει, να συμπληρώσει ή να αναθεωρήσει τα σημερινά συμπεράσματα.

Η έρευνα αυτή δεν επιχειρεί να δημιουργήσει νέους μύθους. Στόχος της είναι να συνθέσει τα διάσπαρτα ιστορικά τεκμήρια σε ένα συνεκτικό μοντέλο ερμηνείας, το οποίο θα εξελίσσεται καθώς νέα στοιχεία έρχονται στο φως.

Στο επόμενο άρθρο θα παρουσιαστεί η υπόθεση ότι κατά τη βυζαντινή περίοδο η περιοχή του σημερινού Βάστα δεν αποτελούνταν από έναν μόνο οικισμό, αλλά πιθανώς από ένα δίκτυο μικρών κοινοτήτων με κοινό σημείο αναφοράς αρχικά τον ναό της Αγίας Θεοδώρας και, σε μεταγενέστερη περίοδο, τον λόφο του Προφήτη Ηλία. Η υπόθεση αυτή επιχειρεί να εξηγήσει τη σταδιακή διαμόρφωση του οικιστικού τοπίου του Τετραζίου και την εξέλιξη των σημερινών χωριών.


Comments

Leave a Reply

Discover more from Vasta Village Project

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading