Οι ρίζες, οι τοίχοι και η επιστημονική διερεύνηση του 1996
Το καλοκαίρι του 1996, η Αγία Θεοδώρα στο Βάστα βρέθηκε στο επίκεντρο μιας ιδιαίτερης επιστημονικής έρευνας.
Ύστερα από αίτημα της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού, ομάδα του Εργαστηρίου Γεωφυσικής του Πανεπιστημίου Πατρών ανέλαβε να διερευνήσει ένα ερώτημα που συνδεόταν άμεσα με τη μελλοντική αποκατάσταση του μνημείου:
Πού ακριβώς κατευθύνονται οι ρίζες των δέντρων που φύονται πάνω στη στέγη;
Η έρευνα παρουσιάστηκε αργότερα από τους Στ. Π. Παπαμαρινόπουλο, Π. Στεφανόπουλο, Μ. Γ. Παπαϊωάννου, Ν. Χαρκιολάκη και Χ. Βαχλιώτη στα πρακτικά του 4ου Συμποσίου της Ελληνικής Εταιρείας Αρχαιομετρίας.
17 δέντρα και περίπου 5,5 τόνοι βλάστησης
Οι ερευνητές κατέγραψαν 17 δέντρα διαφορετικών διαστάσεων στη στέγη, μαζί με μικρότερη βλάστηση. Από αυτά υπολόγισαν ότι τα 12 ήταν πλήρως αναπτυγμένα, με μέσο ύψος περίπου 8 μέτρα και μέση διάμετρο κορμού περίπου 25 εκατοστά.
Το συνολικό βάρος της βλάστησης πάνω στη στέγη εκτιμήθηκε σε περίπου 5,5 τόνους.
Το μεγάλο πρόβλημα ήταν ότι η πορεία των ριζών μέσα στη λιθοδομή δεν ήταν ορατή. Δεν μπορούσε να διαπιστωθεί με απλή παρατήρηση πού ακριβώς κατευθύνονταν οι ρίζες μέσα στους τοίχους και σε ποιο βαθμό επηρέαζαν τη στατική συμπεριφορά του κτίσματος.

Έρευνα χωρίς να πειραχτεί το μνημείο
Λόγω της ιδιαίτερης κατάστασης του ναού, επιλέχθηκαν μη καταστροφικές γεωφυσικές μέθοδοι.
Χρησιμοποιήθηκε γεωραντάρ με κεραία 900 MHz τόσο από την εσωτερική όσο και από την εξωτερική πλευρά των τοίχων. Παράλληλα πραγματοποιήθηκε ηλεκτρική τομογραφία, ώστε τα αποτελέσματα της μιας μεθόδου να μπορούν να ελεγχθούν με την άλλη.
Για τις μετρήσεις κατασκευάστηκε ειδική ξύλινη διάταξη γύρω από το κτίσμα, ενώ στην ηλεκτρική τομογραφία χρησιμοποιήθηκαν πολύ λεπτά ηλεκτρόδια, σε αποστάσεις 20 εκατοστών, ώστε να μην προκληθούν ζημιές στις τοιχογραφίες.


Τι βρήκαν μέσα στους τοίχους
Τα αποτελέσματα έδωσαν την απάντηση.
Οι μετρήσεις αποκάλυψαν κενά στο εσωτερικό της λιθοδομής. Οι ρίζες ακολουθούσαν αυτά τα κενά μέσα στους πλευρικούς τοίχους και κατευθύνονταν προς το έδαφος.


Το αποτέλεσμα όμως ήταν πιο σύνθετο από το απλό «οι ρίζες καταστρέφουν την εκκλησία».
Οι ρίζες ταυτόχρονα επιβαρύνουν και στηρίζουν το κτίσμα
Η επιστημονική ομάδα κατέληξε ότι η ανάπτυξη των ριζών μέσα στη λιθοδομή δημιουργούσε πιέσεις ανάμεσα στις πέτρες και προκαλούσε σταδιακές φθορές.
Ταυτόχρονα όμως, το εκτεταμένο δίκτυο των ριζών λειτουργούσε ως ένα είδος φυσικού πλέγματος μέσα στο κτίσμα και ενίσχυε στατικά τη δομή, βοηθώντας την να αντέχει το μεγάλο φορτίο των δέντρων πάνω στη στέγη. TheGeophysicalResearchattheChur…
Στα συμπεράσματά τους οι ερευνητές το διατυπώνουν ακόμη καθαρότερα: οι ρίζες αναπτύσσονται μέσα στους τοίχους, δημιουργούν μικρά κενά και φτάνουν στο έδαφος· το ίδιο αυτό δίκτυο βοηθά το κτίσμα να αντέξει το βάρος των δέντρων.

Τμήμα ρίζας μέσα στη λιθοδομή της Αγίας Θεοδώρας. Η εικόνα δημοσιεύθηκε από την επιστημονική ομάδα ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της διείσδυσης των ριζών στο εσωτερικό της κατασκευής.
Η έρευνα καθόρισε τον τρόπο αποκατάστασης
Τα αποτελέσματα παραδόθηκαν στη Διεύθυνση Αναστήλωσης και χρησιμοποιήθηκαν για τον σχεδιασμό των εργασιών.
Η βασική επιλογή ήταν πλέον σαφής:
η αποκατάσταση έπρεπε να γίνει χωρίς να διαταραχθούν οι ρίζες.
Οι τοίχοι και οι αρμοί καθαρίστηκαν και αποκαταστάθηκαν χωρίς χρήση τσιμέντου, ώστε να μην ξεραθούν οι ρίζες. Η στέγη καθαρίστηκε, στεγανοποιήθηκε και καλύφθηκε με σχιστόπλακες, ενώ αφαιρέθηκαν παλαιότερες τσιμεντένιες κατασκευές και πραγματοποιήθηκαν επεμβάσεις στον άμεσο περιβάλλοντα χώρο.

Από τον φόβο του 1959 στη γεωφυσική του 1996
Η έρευνα του 1996 αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν διαβαστεί μαζί με τα έγγραφα του 1959.
Την 1η Ιουλίου 1959, ο εφημέριος Βάστα Δημήτριος Π. Συντέτος είχε αντιταχθεί στην κοπή των δέντρων υποστηρίζοντας ότι οι ρίζες είχαν περιπλεχθεί μέσα στους τοίχους και ότι η κοπή και η σήψη τους μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές στην τοιχοποιία.
Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα, η γεωφυσική έρευνα έδειξε πράγματι ότι οι ρίζες περνούσαν μέσα από τη λιθοδομή, έφταναν προς το έδαφος και είχαν αποκτήσει ουσιαστικό ρόλο στη συμπεριφορά της κατασκευής.
Δεν είναι το ίδιο πράγμα με το να πούμε ότι ο Συντέτος είχε προβλέψει τα επιστημονικά αποτελέσματα. Είναι όμως μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορική συνέχεια: αυτό που το 1959 οι άνθρωποι του Βάστα παρατηρούσαν εμπειρικά πάνω στο ίδιο το μνημείο, το 1996 μπορούσε πλέον να εξεταστεί με γεωραντάρ και ηλεκτρική τομογραφία.
Πηγή
St. P. Papamarinopoulos, P. Stefanopoulos, M. G. Papaioannou, N. Charkiolakis & Ch. Vachliotis, The Geophysical Research at the Church of St. Theodora at Vasta Megalopolis, Greece, Proceedings of the 4th Symposium of the Hellenic Society for Archaeometry, National Hellenic Research Foundation, Athens, 28–31 May 2003, BAR International Series 1746, 2008, pp. 99–10
Leave a Reply