Στα προηγούμενα μέρη ακολουθήσαμε τη διαδρομή του στρατιωτικού οίκου Basta και εξετάσαμε πώς συνδέονταν η στρατιωτική υπηρεσία, η οικογένεια και η κατοχή γης στον μεσαιωνικό Μοριά.
Τώρα επιστρέφουμε στην πηγή που αποτέλεσε την αφετηρία της έρευνάς μας.
Το 1890, ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σάθας συνέδεσε την οικογένεια Basta με τρεις περιοχές της Πελοποννήσου που διατηρούσαν το όνομά της.
Μία από αυτές ήταν το Βάστα Αρκαδίας.
Αυτή τη φορά θα εξετάσουμε προσεκτικότερα τι ακριβώς αναφέρει ο ιστορικός, πού βρίσκονται οι περιοχές που κατονομάζει και τι μπορούμε να συμπεράνουμε από την αναφορά του.
Μια σημείωση του 1890
Στον ένατο τόμο του έργου Documents inédits relatifs à l’histoire de la Grèce au Moyen Âge, ο Κωνσταντίνος Σάθας αναφέρεται στον οίκο Basta.
Στη σελίδα XIV του προλόγου, σημείωση 2, παραπέμπει στον Spontoni και στις πληροφορίες του για τον Demetrio Basta, πατέρα του γνωστού στρατιωτικού Giorgio Basta.
Στη συνέχεια, προσθέτει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πληροφορία.
Σύμφωνα με τον Σάθα, η οικογένεια Basta κατείχε φέουδα στην Πελοπόννησο, τα οποία διατηρούσαν ακόμη το όνομα των παλαιών κατόχων τους.
Και κατονομάζει τρεις συγκεκριμένες περιοχές.
Δεν πρόκειται για μια γενική αναφορά στην παρουσία της οικογένειας στον Μοριά. Ο ιστορικός δίνει γεωγραφικές πληροφορίες που μας επιτρέπουν να αναζητήσουμε τους τόπους στους οποίους αναφέρεται.
Τα τρία Μπάστα της Πελοποννήσου
1. Το Μπάστα του δήμου Λυκοσούρας — Αρκαδία
Το πρώτο τοπωνύμιο αντιστοιχεί στο σημερινό Βάστα, στην περιοχή της Μεγαλόπολης.
Πρόκειται για το χωριό που βρίσκεται στις πλαγιές του Τετραζίου, στα όρια Αρκαδίας και Μεσσηνίας.
Η αναφορά του Σάθα είναι σημαντική επειδή συνδέει ονομαστικά τον τόπο μας με την οικογένεια Basta.
2. Το Μπάστα του δήμου Άριος — Μεσσηνία
Το δεύτερο τοπωνύμιο βρίσκεται στη Μεσσηνία και αντιστοιχεί στο σημερινό Πλατύ.
Η περιοχή αυτή βρίσκεται σε πεδινό, περισσότερο παραγωγικό περιβάλλον, διαφορετικό από το ορεινό τοπίο του Βάστα.
Η γεωγραφική αυτή διαφορά παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς μια οικογένεια με γαιοκτητικά δικαιώματα θα μπορούσε να συνδέεται με περιοχές διαφορετικής οικονομικής χρήσης.
3. Το Μπάστα του δήμου Ωλένης — Ηλεία
Το τρίτο τοπωνύμιο αντιστοιχεί στο σημερινό Κρυονέρι Ηλείας.
Ο Σάθας προτείνει τη σύνδεσή του με διαφορετικό κλάδο της οικογένειας Basta.
Η αναφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή δείχνει ότι ο ίδιος ο ιστορικός δεν αντιμετώπιζε απαραίτητα όλα τα ομώνυμα μέρη ως ιδιοκτησίες ενός και μόνο προσώπου.
Εξετάζει την παρουσία μιας ευρύτερης οικογένειας, ενδεχομένως με περισσότερους κλάδους.
Τι ακριβώς γνωρίζουμε;
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση.
Ο Σάθας είναι συγκεκριμένος ως προς τα τοπωνύμια και τη σύνδεση που προτείνει με την οικογένεια.
Ωστόσο, η σημείωσή του δεν παραθέτει για κάθε περιοχή ξεχωριστό μεσαιωνικό έγγραφο παραχώρησης ή κατοχής.
Επομένως, έχουμε μια ιστορική αναφορά του 1890, την οποία οφείλουμε να αξιολογήσουμε και να αντιπαραβάλουμε με παλαιότερες πηγές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η πληροφορία πρέπει να απορριφθεί.
Ο Κωνσταντίνος Σάθας υπήρξε σημαντικός ερευνητής και εκδότης ιστορικών εγγράφων, με εκτεταμένη γνώση των βενετικών αρχείων.
Η αναφορά του αποτελεί σοβαρή βιβλιογραφική αφετηρία.
Άλλο, όμως, η καταγραφή μιας ιστορικής άποψης και άλλο η ανεξάρτητη επιβεβαίωσή της μέσα από πρωτότυπα έγγραφα.
Αυτή είναι η διάκριση που ακολουθούμε στην έρευνά μας.
Μια σημαντική διόρθωση στην ανάγνωση
Κατά την επανεξέταση του γαλλικού κειμένου του Σάθα εντοπίσαμε ένα σημείο που χρειαζόταν διόρθωση σε παλαιότερη απόδοση.
Στην αναφορά που ακολουθεί το παράθεμα του Spontoni, ο Σάθας χρησιμοποιεί τη γεωγραφική ονομασία Albanie — Αλβανία, όχι Arcadie — Αρκαδία.
Η διαφορά είναι ουσιαστική.
Δεν μπορούμε να μεταφέρουμε αυτομάτως τα φέουδα που περιγράφει ο Spontoni στην Αρκαδία.
Η πληροφορία για τα πελοποννησιακά φέουδα αποτελεί ξεχωριστή αναφορά του Σάθα και πρέπει να εξετάζεται ως τέτοια.
Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγουμε να ενώσουμε δύο διαφορετικές πληροφορίες σε ένα συμπέρασμα που οι ίδιες οι πηγές δεν τεκμηριώνουν.
Υπήρχαν και άλλα μέρη με το όνομα Μπάστα;
Η αναζήτηση δεν περιορίστηκε στις τρεις περιοχές που αναφέρει ο Σάθας.
Εντοπίσαμε και άλλες ιστορικές χρήσεις του ονόματος Μπάστα στην Πελοπόννησο.
Στην περιοχή των Λεχαινών Ηλείας υπήρχε οικισμός με αυτή την ονομασία, ο οποίος μετονομάστηκε σε Αγίους Θεοδώρους το 1957.
Παράλληλα, σε ιστορικό υλικό που αφορά την Αγία Λαύρα Καλαβρύτων συναντάμε την ονομασία Μπάστα σε σχέση με μοναστηριακή περιουσία.
Αυτές οι καταγραφές χρειάζονται προσεκτική γεωγραφική αντιπαραβολή.
Δεν είναι δεδομένο ότι κάθε εμφάνιση του ίδιου ονόματος αντιστοιχεί σε διαφορετικό οικισμό, ούτε ότι όλες συνδέονται με τον ίδιο οικογενειακό κλάδο.
Όμως το υλικό μάς βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα πώς χρησιμοποιούνταν ένα τοπωνύμιο.
Το Μπάστα της Αγίας Λαύρας
Ένα ιδιαίτερα χρήσιμο παράδειγμα βρίσκεται στον Κώδικα της Μονής Αγίας Λαύρας, όπως δημοσιεύτηκε από τον ιστορικό Κώστα Λάππα.
Σε κείμενο που συντάχθηκε το 1797 περιγράφεται μοναστηριακή περιουσία κοντά στα Λεχαινά.
Η έκταση περιλάμβανε εκκλησίες, σπίτια, αμπέλι, χωράφια και χώρο για τη διαχείμαση ζώων.
Ολόκληρη αυτή η παραγωγική περιοχή αναφέρεται με την ονομασία Μπάστα.
Το παράδειγμα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον.
Εδώ το Μπάστα δεν χρησιμοποιείται απλώς ως όνομα ενός συγκεντρωμένου χωριού.
Προσδιορίζει μια έκταση γης με διαφορετικές χρήσεις, κτίσματα και παραγωγικές δραστηριότητες.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι το αρκαδικό Βάστα είχε την ίδια ιστορία.
Μας δείχνει, όμως, ότι η ίδια ονομασία μπορούσε να χρησιμοποιείται για μια ευρύτερη γαιοκτησία και όχι αποκλειστικά για έναν οικισμό.
Το ερώτημα για το δικό μας Βάστα
Ας επιστρέψουμε τώρα στο Τετράζι.
Σήμερα γνωρίζουμε το Βάστα ως ένα συγκεκριμένο χωριό.
Όμως δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς η ονομασία άρχισε να χρησιμοποιείται στην περιοχή ούτε αν από την αρχή προσδιόριζε τον οικισμό στη σημερινή του θέση.
Θα μπορούσε αρχικά να ήταν το όνομα μιας έκτασης γης;
Μιας γαιοκτησίας, μιας εγκατάστασης ή μιας περιοχής που συνδεόταν με συγκεκριμένη οικογένεια;
Και θα μπορούσε αυτή η ονομασία να διατηρήθηκε ακόμη και όταν άλλαξαν οι κάτοικοι, οι ιδιοκτήτες ή η θέση της κατοίκησης;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που γεννά η αναφορά του Σάθα.
Η παρουσία του ονόματος Μπάστα σε περισσότερες περιοχές της Πελοποννήσου δεν αποδεικνύει από μόνη της κοινή προέλευση.
Όμως η ρητή σύνδεση που επιχειρεί ο ιστορικός με τον οίκο Basta είναι αρκετά συγκεκριμένη ώστε να αξίζει συστηματική εξέταση.
Η έρευνά μας, επομένως, δεν σταματά στην ομοιότητα των ονομάτων.
Προσπαθεί να ανασυνθέσει τις ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες ένα οικογενειακό όνομα θα μπορούσε να μετατραπεί σε τοπωνύμιο και να επιβιώσει για αιώνες.
Για να προχωρήσουμε, πρέπει πλέον να εξετάσουμε τον ίδιο τον τόπο.
Τι γνωρίζουμε για την περιοχή του Βάστα πριν από τις νεότερες καταγραφές; Ποιες ανθρώπινες εγκαταστάσεις υπήρχαν στο Τετράζι και τι μαρτυρούν οι παλαιότερες πηγές;
Στο επόμενο μέρος: Ο τόπος πριν από το καταγεγραμμένο Μπάστα
Πηγές και βιβλιογραφία
- Κωνσταντίνος Ν. Σάθας, Documents inédits relatifs à l’histoire de la Grèce au Moyen Âge, τόμος IX, Παρίσι, 1890, πρόλογος, σ. XIV, σημ. 2.
- Κώστας Λάππας (επιμ.), Αγία Λαύρα Καλαβρύτων. Α΄: Κείμενα από τον Κώδικα της μονής, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, 1975, σ. 7–8 και σημ. 16, 19. Ψηφιακή έκδοση.
- ΕΕΤΑΑ, διοικητικές μεταβολές οικισμών: Άγιοι Θεόδωροι Ηλείας και κοινότητα Ρετούνης.
- Vasta Village Project, ερευνητικός φάκελος «Οίκος Basta», 2026.
Leave a Reply