Μεταγραφή — Σελίδα 1
ΤΟ ΧΩΡΙΟΝ ΒΑΣΤΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
Τὸ χωρίον ΒΑΣΤΑ τῆς Ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως κεῖται εἰς τὸ δυτικώτατον ἄκρον τῆς ἐπαρχίας, ἐν τῷ τ. δήμῳ Λυκοσούρας, ἀπέχον 20 χλμ. ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας καὶ 4 ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου, Ἴσαρι, μεθ’ οὗ συνδέεται δι’ ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ, κατοικεῖται ἀπὸ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ ἑξακοσίων περίπου ψυχῶν.
Γραπταὶ μαρτυρίαι περὶ τοῦ πότε ἱδρύθη τὸ χωρίον καὶ τῆς ἱστορικῆς αὐτοῦ ἐξελίξεως δὲν ὑφίστανται. Τὸ ὄνομά του φαίνεται προελθὸν ἐκ τοῦ ὅρου «Μπάσταινα», ὅστις σημαίνει κληρονομικὴν νομὴν ἀγροκτήματος ἐπὶ μορτῇ, ἤτοι δικαίωμα τοῦ κολληγοῦ νὰ καλλιεργῇ ἐπ’ ἄπειρον ὡρισμένην ἔκτασιν γῆς ἔναντι καταβολῆς τῶν κατ’ ἔθιμον γεωμόρων, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ἀποβάλλῃ αὐτὸν ἢ νὰ κανονίζῃ κατὰ βούλησιν τὴν κατανομὴν τῶν κλήρων.
Πλεῖσται ὅσαι ὑφίστανται ἐνδείξεις, ὅτι πρόκειται περὶ παλαιοτάτου οἰκισμοῦ, ἀριθμοῦντος βίον ἄνω τῶν 1000 ἐτῶν. Σώζονται εἰσέτι ἐρείπια τοῦ ναοῦ Ἁγίας Ἑλένης, ἔνθα νῦν φύονται δρῦς περὶ μεγάλην ἡλικίαν. Ἐντὸς τῶν αἰωνοβίων δασῶν τῆς περιφερείας του διακρίνει τις ἐρείπια τοίχων, μαρτυρούντων ὅτι κάποτε τὸ ἔδαφος ἐκαλλιεργεῖτο. Εἰς τὸν Ἱερὸν Ἀγῶνα τοῦ Ἔθνους κατὰ τῶν τυράννων τῷ 1821 τὸ χωρίον προσέφερε σημαντικὸν ἀριθμὸν ἀγωνιστῶν, ἡ πίστις, ὁ ἡρωισμὸς καὶ ἡ αὐτοθυσία τῶν ὁποίων προεκάλεσε πάντοτε τὸν θαυμασμὸν τῶν Ἀρχηγῶν καὶ μάλιστα αὐτοῦ τοῦ Θ. Κολοκοτρώνη.
Ἡ ὀνομασία «Σαιντενίκου» (SAINT NIK = Ἅγιος Νικόλαος) τῆς παρὰ τὸν προφήτην Ἠλίαν τοῦ Τετραζίου τοποθεσίας, ἔνθα καὶ πηγὴ μὲ κατάψυχρον ὕδωρ, πιθανολογεῖ, ὅτι ἡ περιφέρεια εὑρίσκετο ἐν ἐποχῇ ἐπὶ τῶν Βενετῶν.
Ἀναμφισβήτητον ὅμως μαρτυρίαν περὶ τῆς παλαιότητος τοῦ χωρίου παρέχει τὸ ἐν τῇ περιφερείᾳ του σωζόμενον βυζαντινὸν ἐξωκκλήσιον τῆς «Ἁγίας Θεοδώρας», κτισθὲν κατὰ τὸν 10ον αἰῶνα.
Ὁ Σύλλογος Βασταίων ἔλκυσε τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας ἐπὶ τοῦ ναοῦ τούτου, χάριν τῆς συντηρήσεως αὐτοῦ καὶ ἰδίᾳ τῶν ἐν αὐτῷ ἀνεκτιμήτου ἀξίας βυζαντινῶν εἰκόνων. Κατ’ Ἰανουάριον 1959, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Ὑπουργείου, μετέβη ἐπὶ τόπου ὁ διαπρεπὴς ἀρχαιολόγος-Ἐπιμελητὴς Ἀρχαιοτήτων Γορτυνίας κ. Τάσος Γριτσόπουλος, ὅστις ὑπέβαλε σχετικῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἀπὸ 3 Φεβρουαρίου 1959 ἔκθεσίν του,
[συνεχίζεται στὴ σελίδα 2]

Αρχείο: Γεωργίου Κουλούρη.
Μεταγραφή — Σελίδα 2
ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναγνώσκομεν καὶ τὰ ἑπόμενα:
«…… πρὸς Δ. τοῦ χωρίου καὶ εἰς ἀπόστασιν 45΄ περίπου τῆς ὥρας, ἐν μέσῳ ἡμιαγρίας ἐκτάσεως, εὑρίσκεται ἐκκλησίδιον τιμώμενον ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἁγίας Θεοδώρας, ἐξ οὗ καὶ ἐπωνυμεῖται ὁλόκληρος ἡ περιοχή. Κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους οἱ χωρικοὶ ἑορτάζουν τὴν μνήμην τῆς Ἁγίας Θεοδώρας τὴν 11ην Σεπτεμβρίου, καθ’ ὑπόδειξιν τοῦ ἐφημερίου των, ἐνῶ παλαιότερον ὁ ναὸς ἐπανηγύριζε τὴν Δευτέραν τῆς Διακαινησίμου(1)»
Τὸ ἐκκλησίδιον εἶναι ἐκτισμένον εἰς θέσιν ἥμερον, ἀλλ’ ἔχει θεμελιωθῇ ἐπὶ βράχου ὄχι ἐμφανοῦς. Κάτωθεν τῶν θεμελίων πηγάζουν ἄφθονα ὕδατα, σχηματίζοντα ποταμόν, τὸν Πάμισον, ὅστις ἀποβαίνει, περαιτέρω ἐνισχυόμενος, μεσσηνιακὸς ποταμός, τὰ ὅρια κρατῶν τῶν Νομίων Ἀρκαδίας καὶ Μεσσηνίας, ἐνῶ Δ αὐτοῦ ὑψοῦται τὸ ὄρος Τετράζι, τῶν δυσβάτων Νομίων ὀρέων πρόβουνος. Ἡ θέσις, ἣν κατέχει ὁ ναΐσκος, εὑρίσκεται εἰς ὕψος 3 περίπου μ. ἀπὸ τῆς κοίτης τοῦ σχηματιζομένου ποταμοῦ καὶ οἱ κάτοικοι, πρὸ τινος, κατεσκεύασαν στερεὰν ἀντηρίδα, πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ μνημείου ἀπὸ τῆς διαβρώσεως τῶν ὑδάτων.
Ὁ ναὸς ἔχει διαστάσεις 4,70 μ. μῆκος, πλάτος 2,30 καὶ ὕψος 2,65 μ. Τὸ πάχος τοῦ τοίχου 2,70 μ. Εἶναι θολωτὴ βασιλικὴ μονόκογχος. Ἡ ἀψὶς ἔχει ἡμικυκλικὸν σχῆμα, τὸ ἄνοιγμα αὐτῆς 1 μ., ἡ χορδὴ 0,70 μ., τὸ δὲ πάχος τοῦ τοίχου 0,75 μ. Φέρει μονόλοβον παράθυρον, διαστ. 0,45×0,75 μ. Ἐξωτερικῶς ἡ ἀψὶς ἔχει διαστ. 2,60×2 μ. Ἡ ναοδομία ἀξιοσπούδαστος εἰς ὅσα σημεῖα μένει εἰσέτι ἄθικτος, διὰ τὴν στερεότητα αὐτῆς, τὴν χρῆσιν πώρων εἰς τὰ τόξα τῆς εἰσόδου προσπελάσεως κατὰ τὴν Δ πλευρὰν καὶ τὸ κτιστὸν δρύφακτον μετὰ μιᾶς μόνον κεντρικῆς βημοθύρας. Μικροὶ ἡμιλάξευτοι λίθοι βυθιζόμενοι ἐντὸς ἀφθόνου κονιάματος κατὰ τὰς τρεῖς πλευρὰς πλὴν τῆς Β τονίζουν τὸ πυργωτὸν ἀλλ’ ἄκομψον κτίσμα, ἐνῶ ἡ πρὸς Β πλευρά, ἡ καὶ τὴν πρόσοψιν ἀποτελοῦσα καὶ ἀκεραία διατηρουμένη, εἶναι περισσότερον ἐπιμελής, χρησιμοποιουμένων ἴσων λαξευτῶν δόμων, ἄνευ παρεμβολῆς κεράμων ἢ ἄλλου τινὸς διακοσμητικοῦ ὑλικοῦ. Ἀλλ’ ἡ πλευρὰ αὕτη δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένη παχυτάτου ἐπιστρώματος βρύων, ἡ πολυχρόνιος ὕπαρξις τῶν ὁποίων ἀπετέλεσεν ἓν σῶμα μετὰ τοῦ τοιχίου.
Ἐπὶ τοῦ θόλου ἔχουν ἀναφυῇ δένδρα, ἀποτελοῦντα σήμερον δάσος πραγματικόν, δρυῶν καὶ κοκκορεβιθιῶν. Ἐμετρήσαμεν δεκάδα ὑπερμεγέθων τοιούτων δένδρων, ὧν ἡ ἡλικία κυμαίνεται μεταξὺ 100–200 ἐτῶν,(2) πλὴν τῶν νεαρῶν ἰσαρίθμων. Τινῶν ἐκ τῶν πρώτων ἡ περίμετρος εἶναι 1 μέτρον. Τὸ περίεργον εἶναι,

Αρχείο: Γεωργίου Κουλούρη.
Μεταγραφή — Σελίδα 3
ὅτι τῆς συστάσεως ταύτης αἱ ῥίζαι δὲν διακλαδίζονται, ὡς ἦτο φυσικόν, εἰς τὸν θόλον τοῦ ἐκκλησιδίου, ἀλλ’ εἰς τὰς πλευράς, μάλιστα δὲ τὴν Ν καὶ τὰς μικράς, ἔχουν ἀποτελέσει μετὰ τῶν τοίχων ἓν συμπαγὲς σῶμα, πέραν τῶν τοίχων εἰσχωροῦν εἰς τὴν ἀντηρίδα καὶ ἀφανῶς πλέον εἰς τὴν γῆν, ὅθεν τροφοδοτοῦνται τὰ δένδρα. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου ὁ θόλος ἔχει ὑποστῆ ζημίας σοβαρωτάτας, ἤτοι παρουσιάζει σήμερον ῥήγματα καὶ φθοράς, πτώσεις τῶν κονιαμάτων σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου καὶ καταστροφὴν παντελῆ τῆς ἁγιογραφίας. Ἀπὸ τὰ περισωθέντα εἰς τινα σημεῖα ἴχνα ἀσβέστη, κίτρινου ἐξίτηλα, διακρίνει τις μετὰ κόπου διαγράμματα ἀδρανῆ μεμονωμένων μορφῶν, σταυρὰ σχέδια καὶ χρωματισμούς, ἰσορροποῦντας εἰς τὴν διαγραφὴν τῶν πεσσῶν. Δι’ ὅλων τούτων εἰκάζομεν ὅτι ἐχάθησαν πολυτιμότατα προϊόντα τοῦ χρωστῆρος(3). Τὸ κτίσμα θεωροῦμεν βυζαντινόν, τῶν πρὸ τῆς Ἁλώσεως χρόνων, σύγχρονον δὲ καὶ τὴν παλαιοτάτην τοιχογράφησιν αὐτοῦ.(4) ……………»
Σημείωσις 1η. Πρόκειται περὶ τῆς Ὁσίας Θεοδώρας τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἡ μνήμη ἀναγράφεται ἐν τῷ Μηναίῳ τῆς 11 Σεπτεμβρίου μετὰ βιογραφίας καὶ ἰδίας Ἀκολουθίας, ἧς τὴν μόνον ἐπίσημον ὁ Μελωδὸς Ἰγνάτιος (βλ. Μεγάλην Ἑλληνικὴν Ἐγκυκλοπαίδειαν ἐν τόμῳ ΙΒ΄ σελ. 505).
Ἡ Θεοδώρα ἦτο κόρη ὡραιοτάτη. Μετὰ τὸν γάμον της ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἁμάρτημα τῆς μοιχείας. Ἀλλ’ εὐθὺς κατελήφθη ὑπὸ τύψεων τῆς συνειδήσεως. Ἀποφασίσασα δὲ τὸ γυναικεῖον ἔνδυμα καὶ περιβληθεῖσα τὸ ἀνδρικὸν εἰσῆλθεν εἰς μονὴν ἀνδρῶν ὑπὸ τὸ ὄνομα Θεόδωρος, ἔνθα ὑπεβάλλετο εἰς μεγίστην νηστείαν, ἀγρυπνίας καὶ ἀγγαρείας, σκοποῦσα νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς ὡραιότητος, ἐξ ἧς παρεσύρθη εἰς τὸ ἁμάρτημα, κατέστη δ’ ὑπόδειγμα μοναχοῦ.
Ἐν τῇ μονῇ ἀπεδύθη αὐτὴ ἡ συκοφαντία ἀπεκτήσεν ἐκ κλεψιγαμίας βρέφος «προσριφθέν» αὐτῆς μονῆς ἔξω, «φθόνῳ ψυχοφθόρου δράκοντος». Ἀποβληθεῖσα τῆς μονῆς, συνεπείᾳ τῆς συκοφαντίας παρέμεινεν εἰς τὸν πυλῶνα ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη νηστεύουσα καὶ προσευχομένη ὁλονυκτίως μέχρι τοῦ θανάτου της, ὅτε διεπιστώθη ὑπὸ τῶν μοναχῶν ὅτι ἦτο γυνή.
Σημείωσις 2α. Κατὰ τὴν κ. Παράκλησιν Στίκαν, Ἀρχιτέκτονα τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Ἐθνικῆς Παιδείας Ὑπηρεσίας Ἀναστηλώσεως Ἀρχαιολογικῶν Μνημείων, ἐνεργήσαντα αὐτοψίαν τὴν 12 Αὐγούστου 1959, κατόπιν προσκλήσεως τοῦ Συλλόγου Βασταίων, ἡ ἡλικία τῶν δένδρων αὐτῶν δέον νὰ ὑπολογισθῇ εἰς ἄνω τῶν 500 ἐτῶν, ἐν ὄψει ὅτι αἱ ῥίζαι των εἰσχωροῦν εἰς βραχῶδες ἔδαφος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντλοῦν ἐκ τοῦ ἐδάφους εἰμὴ μὴ πτωχοτάτην τροφήν.
Σημείωσις 3η. Ἐν τῷ Ἱερῷ τοῦ ἐκκλησιδίου σώζονται ἐν καλῇ καταστάσει δύο εἰκόνες, ἐξ ὧν ἡ μία τοῦ Ἁγίου Ἀβίβου, κατὰ σχετικὴν ἐπιγραφήν. Κατὰ τὸν αὐτὸν Ἀρχιτέκτονα ἡ ἁγιογράφησις τοῦ ἐκκλησιδίου ἐγένετο, καθ’ ἃ εἰκάζεται ἐκ τῆς τεχνοτροπίας, κατὰ τὸν ΙΓον μ.Χ. αἰῶνα. Πρόκειται ἄρα περὶ παλαιοτάτου ναοῦ, κτισθέντος πρὸ ὀκτακοσίων καὶ πλέον ἐτῶν, ἤτοι κατὰ τὸν 10ον αἰῶνα.

Αρχείο: Γεωργίου Κουλούρη.
Μεταγραφή — Σελίδα 4
Ἡ ἐπίσκεψις τοῦ ἐξωκκλησίου τῆς Ἁγίας Θεοδώρας εἶναι ἄκρως ἐνδιαφέρουσα, τόσον διὰ τὴν ἐξαίρετον τέχνην τῶν ἐν αὐτῷ τοιχογραφιῶν, ὅσον καὶ διὰ τὸ θαυμαστὸν τοῦ θεάματος τῶν ἐπὶ τῆς θολωτῆς στέγης αὐτοῦ ἐρριζωμένων αἰωνοβίων δένδρων, ἅτινα πιστεύουν οὕτω. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἀφ’ ἧς τὸ χωρίον Βάστα συνεδέθη δι’ αὐτοκινητοδρόμου μετὰ τῆς Μεγαλοπόλεως, μέγας ἀριθμὸς βυζαντινολόγων ἐπιστημόνων καὶ φυσιολατρῶν ἐπισκέπτεται τὸ ἐξωκκλήσιον.

Αρχείο: Γεωργίου Κουλούρη.
Απόδοση στη δημοτική
Το χωριό Βάστα της επαρχίας Μεγαλόπολης βρίσκεται στο δυτικότερο άκρο της επαρχίας, στον τότε Δήμο Λυκοσούρας. Απέχει 20 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα της επαρχίας και 4 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα του δήμου, το Ίσαρι, με το οποίο συνδέεται με αμαξιτό δρόμο. Κατοικείται από αγροτικό πληθυσμό περίπου εξακοσίων κατοίκων.
Δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες για το πότε ιδρύθηκε το χωριό και για την ιστορική του εξέλιξη. Το όνομά του φαίνεται να προέρχεται από τον όρο «Μπάσταινα», ο οποίος σημαίνει κληρονομική νομή αγροκτήματος με μορτή, δηλαδή το δικαίωμα του κολλήγου να καλλιεργεί επ’ αόριστον συγκεκριμένη έκταση γης, καταβάλλοντας τα κατά παράδοση γεώμορα, χωρίς να έχει ο ιδιοκτήτης το δικαίωμα να τον απομακρύνει ή να καθορίζει κατά βούληση την κατανομή των κλήρων.
Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι πρόκειται για πολύ παλιό οικισμό, με ιστορία άνω των 1.000 ετών. Σώζονται ακόμη ερείπια του ναού της Αγίας Ελένης, όπου σήμερα φυτρώνουν μεγάλες βελανιδιές. Μέσα στα αιωνόβια δάση της περιοχής διακρίνονται ερείπια τοίχων, που μαρτυρούν ότι κάποτε το έδαφος καλλιεργούνταν. Στον Αγώνα του Έθνους κατά των τυράννων το 1821, το χωριό πρόσφερε σημαντικό αριθμό αγωνιστών, των οποίων η πίστη, ο ηρωισμός και η αυτοθυσία προκαλούσαν πάντοτε τον θαυμασμό των αρχηγών και ιδιαίτερα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
Η ονομασία «Σαιντενίκου» (SAINT NIK = Άγιος Νικόλαος), μιας τοποθεσίας κοντά στον Προφήτη Ηλία του Τετραζίου, όπου υπάρχει και πηγή με πολύ κρύο νερό, οδηγεί στην υπόθεση ότι η περιοχή βρισκόταν κάποτε υπό τους Βενετούς.
Αδιαμφισβήτητη, όμως, μαρτυρία για την παλαιότητα του χωριού αποτελεί, σύμφωνα με το κείμενο, το βυζαντινό εξωκκλήσι της Αγίας Θεοδώρας που σώζεται στην περιοχή του και χτίστηκε κατά τον 10ο αιώνα.
Ο Σύλλογος Βασταίων έστρεψε την προσοχή του Υπουργείου Παιδείας στον ναό, με σκοπό τη συντήρησή του και ιδιαίτερα τη διαφύλαξη των βυζαντινών εικόνων ανεκτίμητης αξίας που βρίσκονταν μέσα σε αυτόν. Τον Ιανουάριο του 1959, ύστερα από εντολή του Υπουργείου, μετέβη επιτόπου ο αρχαιολόγος και Επιμελητής Αρχαιοτήτων Γορτυνίας Τάσος Γριτσόπουλος, ο οποίος υπέβαλε στο Υπουργείο σχετική έκθεση στις 3 Φεβρουαρίου 1959.
Στην έκθεσή του διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
Προς τα δυτικά του χωριού και σε απόσταση περίπου 45 λεπτών της ώρας, μέσα σε μια ημιάγρια έκταση, βρίσκεται ένα εκκλησάκι αφιερωμένο στην Αγία Θεοδώρα, από το οποίο έχει πάρει την ονομασία της ολόκληρη η περιοχή. Τα τελευταία χρόνια οι κάτοικοι γιορτάζουν τη μνήμη της Αγίας Θεοδώρας στις 11 Σεπτεμβρίου, ύστερα από υπόδειξη του εφημερίου τους, ενώ παλαιότερα ο ναός πανηγύριζε τη Δευτέρα της Διακαινησίμου.
Το εκκλησάκι είναι χτισμένο σε ήπια θέση, αλλά έχει θεμελιωθεί πάνω σε βράχο που δεν είναι ορατός. Κάτω από τα θεμέλιά του αναβλύζουν άφθονα νερά, τα οποία σχηματίζουν ποταμό, τον Πάμισο. Καθώς κατεβαίνει και ενισχύεται περισσότερο, γίνεται μεσσηνιακός ποταμός και αποτελεί το όριο μεταξύ των Νομίων της Αρκαδίας και της Μεσσηνίας. Στα δυτικά του υψώνεται το όρος Τετράζι, πρόβουνο των δύσβατων Νομίων ορέων. Η θέση του ναΐσκου βρίσκεται περίπου τρία μέτρα πάνω από την κοίτη του σχηματιζόμενου ποταμού και οι κάτοικοι είχαν κατασκευάσει λίγο καιρό πριν ισχυρή αντηρίδα, ώστε να προστατεύσουν το μνημείο από τη διάβρωση των νερών.
Ο ναός έχει μήκος 4,70 μέτρα, πλάτος 2,30 και ύψος 2,65 μέτρα. Το πάχος του τοίχου αναφέρεται ως 2,70 μέτρα. Πρόκειται για θολωτή, μονόκογχη βασιλική. Η αψίδα έχει ημικυκλικό σχήμα, άνοιγμα ενός μέτρου, χορδή 0,70 μέτρων και πάχος τοίχου 0,75 μέτρων. Έχει μονόλοβο παράθυρο διαστάσεων 0,45 × 0,75 μέτρα. Εξωτερικά η αψίδα έχει διαστάσεις 2,60 × 2 μέτρα.
Η κατασκευή του ναού είναι αξιοπρόσεκτη στα σημεία όπου παραμένει ακόμη άθικτη, τόσο για τη στερεότητά της όσο και για τη χρήση πωρόλιθων στα τόξα της εισόδου, στη δυτική πλευρά, καθώς και για το χτιστό δρύφακτο με μία μόνο κεντρική βημόθυρα. Μικροί, ημιλαξευμένοι λίθοι, τοποθετημένοι μέσα σε άφθονο κονίαμα στις τρεις πλευρές εκτός από τη βόρεια, τονίζουν την πυργοειδή αλλά άκομψη μορφή του κτίσματος. Αντίθετα, η βόρεια πλευρά, που αποτελεί και την πρόσοψη και διατηρείται ακέραιη, είναι περισσότερο επιμελημένη, με ισομεγέθεις λαξευμένους δόμους και χωρίς παρεμβολή κεραμιδιών ή άλλου διακοσμητικού υλικού. Και αυτή η πλευρά, όμως, καλύπτεται από παχύ στρώμα βρύων, τα οποία, λόγω της μακρόχρονης παρουσίας τους, έχουν γίνει ένα σώμα με τον τοίχο.
Πάνω στον θόλο έχουν φυτρώσει δέντρα, σχηματίζοντας πλέον ένα πραγματικό δάσος από βελανιδιές και κοκκορεβιθιές. Μετρήθηκαν δέκα πολύ μεγάλα τέτοια δέντρα, ηλικίας μεταξύ 100 και 200 ετών, εκτός από ισάριθμα νεότερα. Ορισμένα από τα μεγαλύτερα έχουν περίμετρο ενός μέτρου.
Το παράξενο είναι ότι οι ρίζες αυτής της βλάστησης δεν διακλαδίζονται μέσα στον θόλο του ναού, όπως θα ήταν φυσικό, αλλά προς τις πλευρές του. Ιδιαίτερα στη νότια και στις μικρότερες πλευρές έχουν σχηματίσει μαζί με τους τοίχους ένα συμπαγές σώμα. Πέρα από τους τοίχους εισχωρούν στην αντηρίδα και στη συνέχεια, χωρίς πλέον να είναι ορατές, μέσα στο έδαφος, από όπου τροφοδοτούνται τα δέντρα.
Για τον λόγο αυτό ο θόλος έχει υποστεί πολύ σοβαρές ζημιές. Παρουσιάζει ρωγμές και φθορές, τα κονιάματα έχουν πέσει σχεδόν ολοκληρωτικά και η αγιογράφηση έχει καταστραφεί πλήρως. Από τα ίχνη ασβέστη και τα ξεθωριασμένα κίτρινα χρώματα που έχουν διασωθεί σε ορισμένα σημεία, διακρίνονται με δυσκολία αμυδρά περιγράμματα μεμονωμένων μορφών, σχέδια σταυρών και χρωματισμοί. Από όλα αυτά ο συντάκτης εκτιμά ότι χάθηκαν πολυτιμότατα έργα ζωγραφικής. Θεωρεί το κτίσμα βυζαντινό, των χρόνων πριν από την Άλωση, και την παλαιότερη τοιχογράφησή του σύγχρονη με αυτό.
Σημείωση 1
Πρόκειται για την Οσία Θεοδώρα της Αλεξάνδρειας, της οποίας η μνήμη αναγράφεται στο Μηναίο της 11ης Σεπτεμβρίου, μαζί με τη βιογραφία και ιδιαίτερη Ακολουθία.
Η Θεοδώρα ήταν πολύ όμορφη γυναίκα. Μετά τον γάμο της υπέπεσε στο αμάρτημα της μοιχείας, αλλά αμέσως καταλήφθηκε από τύψεις. Αποφάσισε να εγκαταλείψει τα γυναικεία ενδύματα, φόρεσε ανδρικά και μπήκε σε ανδρικό μοναστήρι με το όνομα Θεόδωρος. Εκεί υποβαλλόταν σε μεγάλη νηστεία, αγρυπνίες και αγγαρείες, επιδιώκοντας να απαλλαγεί από την ομορφιά της, εξαιτίας της οποίας θεωρούσε ότι είχε παρασυρθεί στο αμάρτημα, και έγινε υπόδειγμα μοναχού.
Στο μοναστήρι συκοφαντήθηκε ότι είχε αποκτήσει παιδί από παράνομη σχέση· το βρέφος εγκαταλείφθηκε έξω από τη μονή και αποδόθηκε σε εκείνη η πατρότητά του. Εξαιτίας της συκοφαντίας αποβλήθηκε από το μοναστήρι και παρέμεινε στην πύλη του για επτά χρόνια, νηστεύοντας και προσευχόμενη όλη τη νύχτα μέχρι τον θάνατό της. Τότε οι μοναχοί διαπίστωσαν ότι ήταν γυναίκα.
Σημείωση 2
Σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα Στίκα της Υπηρεσίας Αναστηλώσεως Αρχαιολογικών Μνημείων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας, ο οποίος πραγματοποίησε αυτοψία στις 12 Αυγούστου 1959 ύστερα από πρόσκληση του Συλλόγου Βασταίων, η ηλικία των δέντρων έπρεπε να υπολογιστεί σε περισσότερα από 500 χρόνια. Η εκτίμηση βασιζόταν στο ότι οι ρίζες τους εισχωρούσαν σε βραχώδες έδαφος, από το οποίο μπορούσαν να αντλήσουν ελάχιστη τροφή.
Σημείωση 3
Στο Ιερό του ναΐσκου σώζονταν σε καλή κατάσταση δύο εικόνες, από τις οποίες η μία απεικόνιζε τον Άγιο Άβιβο, σύμφωνα με σχετική επιγραφή. Κατά τον ίδιο αρχιτέκτονα, η αγιογράφηση του ναού, όπως εκτιμήθηκε από την τεχνοτροπία της, είχε γίνει κατά τον 13ο αιώνα. Το κείμενο χαρακτηρίζει, επομένως, τον ναό πολύ παλιό και τον τοποθετεί στον 10ο αιώνα, δηλαδή περισσότερο από οκτακόσια χρόνια πριν από την εποχή σύνταξης του κειμένου.
Η επίσκεψη στο εξωκκλήσι της Αγίας Θεοδώρας παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, τόσο για την τέχνη των τοιχογραφιών του όσο και για το εντυπωσιακό θέαμα των αιωνόβιων δέντρων που έχουν ριζώσει πάνω στη θολωτή στέγη του και αναπτύσσονται εκεί. Τα τελευταία χρόνια, από τότε που το χωριό Βάστα συνδέθηκε οδικώς με τη Μεγαλόπολη, μεγάλος αριθμός βυζαντινολόγων, επιστημόνων και φυσιολατρών επισκέπτεται το εξωκκλήσι.
Leave a Reply