
Σημείωση: το κείμενο που ακολουθεί συνθέτει στοιχεία από πολλαπλές πηγές διαφορετικής βαρύτητας — οθωμανικά κατάστιχα, βενετικά αρχεία, γερμανόφωνες γενεαλογικές/ιστορικές εκδόσεις. Όπου η σύνδεση ανάμεσα σε δύο στοιχεία δεν στηρίζεται σε άμεσο τεκμήριο, αυτό δηλώνεται ρητά. Πρόκειται για υπόθεση εργασίας, ανοιχτή σε διόρθωση, συμπλήρωση ή διάψευση από νέα στοιχεία.
Το σημείο αφετηρίας
Στο νοτιοδυτικό άκρο του όρους Τετράζιο, κοντά στην περιοχή της αρχαίας Λυκόσουρας, βρίσκεται σήμερα η θέση ενός οικισμού γνωστού στις βενετικές πηγές ως Βάστα — η σημερινή κατάσταση του χώρου (πλήρης εγκατάλειψη ή επιβίωση κάποιων πυρήνων κατοίκησης) δεν έχει ακόμα διευκρινιστεί και αποτελεί αντικείμενο του πεδινού ερευνητικού έργου. Το ίδιο σημείο, δύο αιώνες νωρίτερα, καταγράφεται σε οθωμανικό κατάστιχο με εντελώς διαφορετικό όνομα: Κόκκινο Μαρτί. Ανάμεσα στις δύο ονομασίες μεσολαβεί ένα κενό περίπου 240 ετών χωρίς άμεση τεκμηρίωση. Το παρόν κείμενο συνθέτει όσα στοιχεία έχουν συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα γύρω από αυτό το κενό, και προτείνει μια υπόθεση για το πώς μπορεί να γεφυρώνεται — χωρίς να ισχυρίζεται ότι το αποδεικνύει.
Το τοπίο πριν από την ονομασία
Η ευρύτερη περιοχή γύρω από τον ναό της Αγίας Θεοδώρας δεν φαίνεται να υπήρξε ποτέ ακατοίκητη γη που οργανώθηκε για πρώτη φορά κατά τη Φραγκοκρατία. Ο ίδιος ο ναός χτίστηκε και αγιογραφήθηκε τον 11ο αιώνα, την ίδια περίοδο που ακμάζουν η Χριστιανούπολη και η ευρύτερη περιοχή της Λυκόσουρας — ένδειξη ότι το Τετράζιο εντασσόταν ήδη σε ένα οργανωμένο δίκτυο οικισμών, καλλιεργειών, δρόμων και περασμάτων πολύ πριν από τη μεσαιωνική Φραγκική κατάκτηση.
Όταν οι Φράγκοι επικράτησαν στον Μοριά, το πιθανότερο σενάριο είναι ότι αξιοποίησαν αυτή την ήδη υπάρχουσα υποδομή αντί να ξεκινήσουν από το μηδέν. Η οχύρωση του Λυκαίου, οι αναφορές σε φέουδα και στάσιες στα αρχεία της οικογένειας Acciaiuoli (μέσα 14ου αιώνα, για τον γειτονικό μεσσηνιακό κάμπο), καθώς και η παρουσία ενός άρχοντα ονόματι Misito στην Κρεμπενή — ακριβώς στο πέρασμα ανάμεσα στην Αγία Θεοδώρα και τον κάμπο — συνθέτουν την εικόνα ενός οργανωμένου συστήματος ελέγχου στρατηγικών σημείων και παραγωγικών περιοχών.
Με τη βυζαντινή επανάκτηση του Μοριά, το ίδιο δίκτυο δεν φαίνεται να εγκαταλείφθηκε, αλλά πέρασε σε νέα διοίκηση. Οι πρώην φραγκικές γαίες και οι στάσιες συνέχισαν πιθανότατα να λειτουργούν ως οικονομικές και διοικητικές μονάδες. Πάνω σε αυτή τη δομή, ο Μυστράς φαίνεται να εγκατέστησε αρβανίτικους πληθυσμούς — όχι σε κενή γη, αλλά σε ήδη διαμορφωμένους οικιστικούς και αγροτικούς πυρήνες.
Το Κόκκινο Μαρτί στο οθωμανικό κατάστιχο

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το Κόκκινο Μαρτί. Το οθωμανικό κατάστιχο γνωστό ως ΤΤ10, χρονολογημένο στο 1460-1463 (δηλαδή αμέσως μετά την οθωμανική κατάκτηση του Μοριά), καταγράφει τον οικισμό ρητά ως “karye-i Kokino Marti, ez cemā’at-i Arnavudān” — δηλαδή “το χωριό Κόκκινο Μαρτί, από την κοινότητα των Αρβανιτών”.
Η καταγραφή περιλαμβάνει 15 φορολογούμενα νοικοκυριά (hâne) και 4 χήρες (bîve), με συνολικά φορολογικά έσοδα (hâşıl) 717 άκτσε. Ανάμεσα στα ονόματα που καταγράφονται, ξεχωρίζει αριθμητικά η οικογένεια Manesi: Aleksi Manesi, Yani Manesi, Pavlo Manesi, Ilya Manesi, Merti Manesi, καθώς και δύο χήρες με το ίδιο επίθετο (bîve İlya Manesi, bîve Manesina). Άλλες οικογένειες που καταγράφονται στον ίδιο οικισμό είναι οι Kuçi/Kuçe και οι Mavromati.
Πουθενά στην καταγραφή δεν εμφανίζεται όνομα ή επίθετο “Basta”. Αυτό είναι το πρώτο στέρεο σημείο δεδομένων της υπόθεσης: το 1460-1463, ο οικισμός δεν λέγεται Βάστα, και κανένας κάτοικός του δεν φέρει αυτό το επίθετο.
Αξίζει να σημειωθεί ένα μεθοδολογικό εύρημα που προκύπτει από την ίδια την καταγραφή: παρά την αριθμητική υπεροχή της οικογένειας Manesi, ο οικισμός δεν ονομάζεται “Μανέσι” — διατηρεί το όνομα “Κόκκινο Μαρτί”. Αυτό δείχνει ότι η ονομασία ενός οικισμού στο ΤΤ10 δεν ακολουθούσε πάντα αυτόματα την τρέχουσα κυρίαρχη οικογένεια των κατοίκων του· μπορούσε να διατηρεί παλαιότερο, ιδρυτικό ή ιστορικό όνομα, ανεξάρτητα από το ποια οικογένεια κατοικούσε εκεί τη στιγμή της απογραφής.
Ένα δεύτερο, ανεξάρτητο ίχνος: το Basta των Λεχαινών
Στο ίδιο κατάστιχο, στην ίδια χρονική περίοδο (1460-1463), αλλά σε εντελώς διαφορετικό, βόρειο σημείο της δυτικής Πελοποννήσου — κοντά στα Λεχαινά, στη σημερινή θέση των Αγίων Θεοδώρων — καταγράφεται μια mezra’a (ακατοίκητη αγροτική μονάδα, χωρίς μόνιμο πληθυσμό, καλλιεργούμενη από γειτονικό οικισμό) με το όνομα “Basta”.
Αυτό είναι σημαντικό εύρημα, γιατί δείχνει ότι το τοπωνύμιο “Basta” προϋπήρχε ήδη το 1460-1463 ως γεωγραφικό όνομα, σε τελείως διαφορετικό σημείο από το Κόκκινο Μαρτί/μετέπειτα Βάστα Λυκόσουρας. Η απόσταση ανάμεσα στα δύο σημεία είναι περίπου 38,4 χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή — ούτε αρκετά κοντά ώστε να υποδηλώνει αυτονόητα ενιαία ιδιοκτησία, ούτε αρκετά μακριά ώστε να αποκλείει σύνδεση μέσω ενός ευρύτερου οίκου με διάσπαρτα κτήματα.
Ο στρατιωτικός οίκος των Μπάστα: τεκμηριωμένη δράση αλλού

Παράλληλα με τα παραπάνω τοπωνυμικά στοιχεία, υπάρχει ανεξάρτητη τεκμηρίωση για την ύπαρξη ενός σοβαρού στρατιωτικού οίκου με το όνομα Basta, ενεργού στην Πελοπόννησο και στη συνέχεια στην ιταλική χερσόνησο, κατά τον 16ο αιώνα.
Το ημερολόγιο του Marino Sanudo (I Diarii, Τόμος XIII, έκδοση Βενετίας 1886) καταγράφει, στις 25 Οκτωβρίου 1511, πρόταση προς το βενετικό Collegio να δοθεί η υποσχεμένη “provisione” (μισθολογική παροχή) σε έναν Pietro (Petro) Basta, cavalier, capo di stratioti — δηλαδή αρχηγό μονάδας stratioti (ελλήνων μισθοφόρων ελαφρού ιππικού) — ο οποίος είχε προηγουμένως υπηρετήσει τους Γάλλους και αυτομόλησε προς τη Βενετία μαζί με εννέα κατονομαζόμενους stratioti.
Λίγους μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1512, το ίδιο ημερολόγιο καταγράφει τον θάνατο του ίδιου cavalier Basta στο περίφημο sacco di Brescia — τη βίαιη λεηλασία της πόλης από γαλλικά στρατεύματα στο πλαίσιο του πολέμου της Λίγκας του Cambrai. Η αφήγηση είναι λεπτομερής: ο Basta πολέμησε ως το τέλος μαζί με τον proveditor Ferigo Contarini και τον Thodaro Frassina, έσπασε το κοντάρι του πέντε φορές, αρνήθηκε να παραδοθεί, και θάφτηκε στον ίδιο τάφο με τους άλλους δύο.
Ο τόμος VII των Documents inédits relatifs à l’histoire de la Grèce au moyen âge του Κωνσταντίνου Σαθα (Παρίσι, 1888) — αφιερωμένος ειδικά σε βενετικά αρχειακά έγγραφα για τους stratioti — επιβεβαιώνει το ίδιο γεγονός από ανεξάρτητη πηγή: έγγραφο της βενετικής Γερουσίας, χρονολογημένο 3 Μαρτίου 1512, το οποίο αναφέρει ρητά ότι ο “cavalier Basta… e stà morto in Bressa” (πέθανε στη Brescia), και παραχωρεί provisione στους αδερφούς του (fratelli) — Andrea, Lazaro και Alexio Basta. Το ίδιο έγγραφο επιβεβαιώνει επίσης, σε ξεχωριστό σημείο, την ακριβή ημερομηνία 25 Οκτωβρίου για την αρχική παροχή στον Pietro — ταυτίζοντας πλήρως τα δύο ανεξάρτητα αρχεία (Sanudo και Σαθας) ως αναφορές στο ίδιο πρόσωπο και τα ίδια γεγονότα.
Η ευρωπαϊκή συνέχεια: ο Georges Basta
Σε μεταγενέστερη υποσημείωση του ίδιου έργου, ο Σαθας αναλύει την καταγωγή ενός πολύ πιο διάσημου μεταγενέστερου μέλους της ίδιας οικογένειας: του Georges (Giorgio) Basta, στρατηγού ιππικού στην υπηρεσία του αυτοκράτορα Καρόλου Ε΄ και αργότερα του Ροδόλφου Β΄, γνωστού κυρίως από τις εκστρατείες του στην Τρανσυλβανία. Κατά τον Σαθα, ο Georges γεννήθηκε το 1547 στο Ulpiano di Monferrato (Πεδεμόντιο), γιος του Demetrius Basta. Ο Σαθας σημειώνει ρητά ότι οι Pierre, Alexis, André και Lazare — οι ίδιοι που είδαμε παραπάνω να πεθαίνουν ή να αμείβονται το 1511-1512 — ήταν “grands oncles” (αδέρφια του παππού) του Georges, παραπέμποντας ρητά στα ίδια έγγραφα του Τόμου VII.
Ο Σαθας προσθέτει μια κρίσιμη λεπτομέρεια: ότι η οικογένεια Basta καταγόταν από την Αρκαδία, και ότι τα φέουδά της “se conservent encore” (διατηρούνται ακόμα) στην Αρκαδία και τη Μεσσηνία, με το όνομά της σε τρία χωριά: ένα στην κοινότητα της Λυκόσουρας (επαρχία Μεγαλόπολης), ένα στην κοινότητα του Άριου (επαρχία Καλαμάτας), και ένα τρίτο στην κοινότητα του Ωλενού (επαρχία Ήλιδας) — για το τελευταίο σημειώνει ρητά ότι “πιθανώς ανήκε σε άλλο κλάδο της ίδιας οικογένειας”. Για τα δύο πρώτα, η διατύπωσή του είναι βεβαιωτική.
Ανεξάρτητη γενεαλογική πηγή — το Monatsblatt der Kaiserlich-Königlichen Heraldischen Gesellschaft “Adler” (Βιέννη, Τόμος IV, 1896-1900), επίσημο όργανο της Αυστριακής Αυτοκρατορικής Εταιρείας Ηραλδικής — δίνει ένα γενεαλογικό δέντρο που τοποθετεί έναν N.N. Basta (παντρεμένο με εγγονή του Κωνσταντίνου Καστριώτη, αδερφού του Σκεντέρμπεη) ως πρόγονο ενός Johann Basta, γεννημένου στον Μοριά, ο οποίος παντρεύτηκε μια N.N. Manes από “ελληνική οικογένεια”. Ο γιος τους, Demetrius, πέθανε το 1571 στο Bassignana (Δουκάτο Μιλάνου), και ο δικός του γιος ήταν ο Georges.
Σημείωση αξιοπιστίας: υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην πηγή αυτή/Σαθα και τη γερμανική Allgemeine Deutsche Biographie (Janko, 1875) ως προς το ακριβές έτος και τόπο γέννησης του Georges (1550, στη Rocca κοντά στον Τάραντα, κατά τον Janko, έναντι 1547 στο Ulpiano di Monferrato κατά τον Σαθα). Το ζήτημα αυτό αφορά αποκλειστικά τη βιογραφία του Georges και δεν επηρεάζει την παρούσα υπόθεση για το χωριό.
Η πρόταση γέφυρας: πρόνοια, όχι κατοικία
Η απουσία των Μπάστα από τον κατάλογο κατοίκων του Κόκκινου Μαρτί δεν αναιρεί, από μόνη της, ενδεχόμενη σύνδεση της οικογένειας με τον οικισμό. Ένα κατάστιχο σαν το ΤΤ10 καταγράφει τους φορολογούμενους κατοίκους — αυτούς που καλλιεργούσαν πραγματικά τη γη και πλήρωναν φόρο. Δεν καταγράφει απαραίτητα τον κάτοχο ενός ανώτερου δικαιώματος επί των εσόδων της περιοχής (πρόνοια, στην ορολογία της βυζαντινής και μεταβυζαντινής διοίκησης), αν αυτό το δικαίωμα υπήρχε παράλληλα σε άλλο διοικητικό επίπεδο.
Η υπόθεση εργασίας που προτείνεται εδώ είναι η εξής: σε κάποια φάση του 15ου αιώνα, ο στρατιωτικός οίκος των Μπάστα —ήδη γνωστός ως σοβαρή οικογένεια με συγγενικούς δεσμούς υψηλού επιπέδου (Καστριώτες) και στρατιωτική παρουσία σε πολλαπλά σημεία της δυτικής Πελοποννήσου (Λεχαινά ήδη το 1460-63)— απέκτησε πρόνοια ή αντίστοιχο δικαίωμα πάνω στο Κόκκινο Μαρτί, χωρίς αυτό να αντανακλάται στην απογραφή των κατοίκων. Το όνομα του οικισμού, από την πλευρά του, παρέμεινε το παλαιότερο ιστορικό όνομα (Κόκκινο Μαρτί) όσο η οθωμανική διοίκηση κατέγραφε τους κατοίκους — ακριβώς όπως δεν έγινε ποτέ “Μανέσι” παρά την αριθμητική υπεροχή εκείνης της οικογένειας.
Σε μεταγενέστερη φάση, η οικογένεια αποχωρεί ή εκτοπίζεται από τον Μοριά — πιθανότατα στο πλαίσιο της στρατιωτικής της ταυτότητας ως stratioti υπό αυξανόμενη οθωμανική πίεση, όπως τεκμηριώνεται στα γεγονότα του 1511-1512. Η φυσική απουσία της οικογένειας δεν σημαίνει απαραίτητα την εξαφάνιση του ονόματός της από τη διοικητική μνήμη του τόπου. Όταν η Βενετία επέστρεψε στην Πελοπόννησο κατά τη Β΄ Ενετοκρατία (τέλη 17ου αιώνα), η υπόθεση προτείνει ότι δεν δημιούργησε νέο όνομα για τον οικισμό, αλλά υιοθέτησε ή επανέφερε μια ήδη υφιστάμενη ονομασία δικαιώματος συνδεδεμένη με τον οίκο Μπάστα — γι’ αυτό και ο οικισμός εμφανίζεται πλέον ως “Βάστα” στις βενετικές πηγές (απογραφή Grimani, τέλη 17ου αιώνα).
Το μοτίβο αυτό δεν περιορίζεται σε μία μόνο θέση: τοπωνύμια “Βάστα” εντοπίζονται επίσης κοντά στα Λεχαινά, στην περιοχή του Ωλενού, και στον μεσσηνιακό κάμπο (Πλατύ). Η γεωγραφική αυτή κατανομή σε πολλαπλά σημεία της δυτικής Πελοποννήσου ενδέχεται να αντανακλά την παρουσία διαφορετικών κλάδων του ίδιου στρατιωτικού οίκου, όπως φαίνεται να υπονοεί και η ίδια η διάκριση του Σαθα (βεβαιότητα για Λυκόσουρα/Μεσσηνία, επιφύλαξη για τον Ωλενό ως “άλλο κλάδο”).
Καταστροφή και επιστροφή: η αναφορά Loredan, 1711
Η πιο πρόσφατη και σαφέστερη μαρτυρία για τη ζωή του οικισμού προέρχεται από επίσημη αναφορά (relazione) του Marco Loredan, Γενικού Προβλεπτή της Πελοποννήσου, προς τον Δόγη της Βενετίας, χρονολογημένη στη Μεθώνη, 20 Σεπτεμβρίου 1711 — μόλις τέσσερα χρόνια πριν από την οριστική λήξη της Β΄ Ενετοκρατίας στην περιοχή.
Ο Loredan αναφέρει ότι οι κάτοικοι των χωριών Ίσαρι, Βάστα και Ενόκοβι, προστατευμένοι από τη δυσπρόσιτη ορεινή θέση των χωριών τους, διέπρατταν συστηματικές ληστείες που διατάρασσαν το εμπόριο στη Μεσσηνία. Αφού η θανάτωση των αρχηγών τους απέτυχε να αποκαταστήσει την τάξη, ο Loredan διέταξε να πυρποληθούν οι κατοικίες τους και οι κάτοικοι να μεταφερθούν βίαια σε διάσπαρτους οικισμούς της πεδιάδας της Καρύταινας, όπου εγκαταστάθηκε και στρατιωτική φρουρά στο Κασσίμι για την επιτήρησή τους.
Το έγγραφο αυτό δεν αναφέρει την οικογένεια Μπάστα — μιλάει αποκλειστικά για το χωριό και τους κατοίκους του ως ομάδα. Δεν ενισχύει, επομένως, τη γενεαλογική πλευρά της υπόθεσης. Προσφέρει όμως πολύτιμα στοιχεία για τη ζωή του οικισμού: επιβεβαιώνει ότι το Βάστα υπήρχε ακόμα ως ενεργός, κατοικημένος οικισμός έως το 1711, και τεκμηριώνει με ακρίβεια ένα βίαιο επεισόδιο καταστροφής και αναγκαστικής εκτόπισης — οι κατοικίες πυρπολήθηκαν και οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν στην πεδιάδα της Καρύταινας, υπό στρατιωτική επιτήρηση.
Ο ίδιος ο Loredan σημειώνει ρητά ότι θεωρούσε βέβαιη την επιθυμία των κατοίκων να επιστρέψουν στις παλιές τους εστίες, και ζητά διαρκή επαγρύπνηση ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Η εκτόπιση του 1711, επομένως, δεν σηματοδοτεί την οριστική εγκατάλειψη του οικισμού — οι κάτοικοι επέστρεψαν στη συνέχεια. Το επεισόδιο παραμένει πολύτιμο ως ακριβές χρονολογημένο σημείο καταστροφής/ανοικοδόμησης, χρήσιμο για την ερμηνεία τυχόν φυσικών καταλοίπων στο πεδίο, αλλά όχι ως σημείο τέλους της κατοίκησης.
Ένα τοπίο χωρίς ανάπαυλα
Η αναφορά Loredan είναι από τις τελευταίες διοικητικές μαρτυρίες πριν από μια ακόμη ανατροπή: μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1715, η Οθωμανική Αυτοκρατορία εξαπέλυσε νέα εκστρατεία και ανακατέλαβε ολόκληρο τον Μοριά μέσα σε λίγους μήνες, τερματίζοντας οριστικά τη Β΄ Ενετοκρατία —η οποία είχε ξεκινήσει μόλις το 1699. Όποιο σχέδιο επιτήρησης ή μετεγκατάστασης είχε συλλάβει ο Loredan για τους κατοίκους του Βάστα, ανατράπηκε μαζί με ολόκληρη τη βενετική διοίκηση της περιοχής.
Αυτή η ανατροπή δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό, αλλά μέρος ενός ευρύτερου μοτίβου που αξίζει να έχει υπόψη του ο αναγνώστης καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της αφήγησης: από τη Φραγκοκρατία μέχρι την Επανάσταση του 1821, η περιοχή δεν γνώρισε ποτέ δύο συνεχόμενες γενιές σχετικής ηρεμίας. Φραγκική κατάκτηση, βυζαντινή επανάκτηση, οθωμανική κατάκτηση του 1460, ενετοκρατίες και επανακαταλήψεις (Β΄ Ενετοκρατία 1699-1715), εξεγέρσεις, εκτοπίσεις όπως αυτή του 1711, και τελικά η μακρά Επανάσταση — κάθε γενιά κατοίκων του Τετραζίου έζησε μέσα σε συνθήκες διαρκούς αναδιάταξης εξουσίας, όχι σε ένα σταθερό διοικητικό πλαίσιο που θα επέτρεπε αδιάκοπη συνέχεια αρχείων. Αυτό το ασταθές φόντο βοηθά να κατανοηθεί γιατί το κενό τεκμηρίωσης 1461-1700, που συζητείται παρακάτω, δεν είναι ασυνήθιστο — είναι, αντίθετα, το αναμενόμενο αποτέλεσμα μιας περιοχής που άλλαζε χέρια επανειλημμένα, χωρίς σταθερό θεσμό να διατηρεί συνεχή μνήμη.
Τι μένει ανοιχτό
Η παρούσα υπόθεση συνδέει με συνέπεια δύο στέρεα χρονολογικά άκρα — το Κόκκινο Μαρτί/Manesi του 1460-1463, και το Βάστα των βενετικών πηγών του τέλους 17ου αιώνα έως το 1711 — μέσα από ένα εύλογο ερμηνευτικό μοντέλο (διάκριση ανάμεσα σε όνομα κατοικίας και όνομα δικαιώματος/πρόνοιας). Το μοντέλο αυτό δεν έρχεται σε αντίφαση με κανένα από τα διαθέσιμα στοιχεία, και εξηγεί τόσο την απουσία των Μπάστα από την απογραφή του 1460-63 όσο και τη μεταγενέστερη εμφάνιση του ονόματός τους στις βενετικές πηγές.
Το βασικό ερευνητικό κενό που παραμένει είναι η απουσία οποιουδήποτε ενδιάμεσου εγγράφου, ανάμεσα στο 1461 και το 1700, που να συνδέει ρητά το όνομα Μπάστα με πρόνοια, φέουδο ή άλλο διοικητικό δικαίωμα ειδικά πάνω στο συγκεκριμένο σημείο του Κόκκινου Μαρτί/Λυκόσουρας. Η εύρεση μιας τέτοιας πηγής —notarial act βενετικού αρχείου, εκκλησιαστικό μητρώο, ή κατάστιχο ενδιάμεσης περιόδου— θα αποτελούσε το καθοριστικό στοιχείο για την επιβεβαίωση, τη συμπλήρωση ή την αναθεώρηση αυτής της υπόθεσης.
Leave a Reply