
Υπάρχουν κτίρια που αποτελούν απλώς κομμάτι ενός χωριού.
Και υπάρχουν κτίρια που γίνονται η ίδια η μνήμη του.
Στο Βάστα, το Οινοκαφεπαντοπωλείον του Τζίκου δεν υπήρξε ποτέ μόνο ένας χώρος όπου κάποιος έπινε έναν καφέ ή ένα ποτήρι κρασί. Για περισσότερα από έναν αιώνα υπήρξε τόπος συνάντησης, επικοινωνίας και ανθρώπινης επαφής. Ένας χώρος όπου γράφτηκαν αμέτρητες μικρές ιστορίες της καθημερινής ζωής, οι οποίες, όλες μαζί, συνθέτουν τη μεγάλη ιστορία του χωριού.
Εδώ έφταναν τα γράμματα των ξενιτεμένων.
Εδώ χτυπούσε το τηλέφωνο όταν κάποιος καλούσε από την Αθήνα ή από την άλλη άκρη του κόσμου.
Εδώ περνούσε ο αγροτικός γιατρός, γνωρίζοντας ότι θα βρει συγκεντρωμένους τους περισσότερους κατοίκους.
Εδώ ξεκινούσαν τα προεόρτια της Αγίας Θεοδώρας, γιορτάζονταν χαρές, λύνονταν διαφωνίες, κλείνονταν συμφωνίες και μεταφέρονταν τα νέα του χωριού.
Τους χειμώνες, όταν το Βάστα βυθιζόταν στη σιωπή και απέμεναν μόνο λίγοι μόνιμοι κάτοικοι, η ξυλόσομπα του καφενείου έκαιγε καθημερινά. Δεν ζέσταινε μόνο τον χώρο· κρατούσε ζωντανή την ανθρώπινη παρουσία σε έναν τόπο που άδειαζε όλο και περισσότερο.
Το Οινοκαφεπαντοπωλείον του Τζίκου δεν έμεινε ανοιχτό για 113 χρόνια επειδή ήταν μια επιτυχημένη επιχείρηση.
Έμεινε ανοιχτό γιατί, πολύ πριν πάψει να λειτουργεί με τους όρους μιας επιχείρησης, είχε ήδη γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του χωριού.
Σήμερα, την ιστορία του συνεχίζουν οι κόρες της κυρά Βάσως, διατηρώντας ζωντανή μια οικογενειακή παράδοση που ξεκίνησε το 1913 και πέρασε μέσα από πολέμους, κατοχές, επιδημίες, μετανάστευση και βαθιές κοινωνικές αλλαγές.
Η ιστορία που ακολουθεί δεν είναι μόνο η ιστορία ενός καφενείου.
Είναι η ιστορία ενός χωριού, ειπωμένη μέσα από τον χώρο όπου, για περισσότερο από έναν αιώνα, χτυπούσε η καρδιά του.
Ελλάδα 1911
Ένας πόλεμος, μια φιλία και μια υπόσχεση

Το 1911 η Ελλάδα βρισκόταν σε μια περίοδο μεγάλων ανακατατάξεων. Στα Βαλκάνια η ένταση μεγάλωνε καθημερινά και ο πόλεμος έμοιαζε πλέον αναπόφευκτος. Ο στρατός αναδιοργανωνόταν και χιλιάδες νέοι προετοιμάζονταν να φορέσουν τη στολή τους.
Τον Οκτώβριο του 1912 ξέσπασε ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Χιλιάδες νέοι από κάθε γωνιά της Ελλάδας άφησαν πίσω τις οικογένειές τους, τα χωράφια και τα κοπάδια τους για να βρεθούν στο μέτωπο.
Ανάμεσά τους βρισκόταν και ένας νεαρός από το Βάστα.
Ο Αντρίκος Παπανδρέου.
Ο άνθρωπος που αργότερα όλοι θα γνώριζαν με το προσωνύμιο Τζίκος.
Στον πόλεμο γνώρισε έναν νέο από το γειτονικό Κακαλέτρι, τον Διονύση Φ.
Οι δύο άνδρες έγιναν αχώριστοι φίλοι.
Σε μια στιγμή της μάχης, ο Αντρίκος έσωσε τη ζωή του Διονύση Φ.
Μια πράξη που δημιούργησε ανάμεσά τους έναν δεσμό πολύ ισχυρότερο από μια απλή φιλία.
Ο Διονύσης δεν ξέχασε ποτέ εκείνη την πράξη.
Του έδωσε τον λόγο του πως, όταν ο πόλεμος τελείωνε και επέστρεφαν στα σπίτια τους, θα του έδινε για σύζυγο την αδελφή του, την Αλέξω.
Όταν ο πόλεμος τελείωσε και οι δύο άνδρες επέστρεψαν στα χωριά τους, ο Διονύσης βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα δύσκολο δίλημμα.
Είχε ήδη δώσει τον λόγο του σε έναν νέο από το Κακαλέτρι, τον Κώστα Κ., ότι η αδελφή του, η Αλέξω, θα γινόταν γυναίκα του.
Όμως ένιωθε ότι χρωστούσε τη ζωή του στον άνθρωπο που τον είχε σώσει στο μέτωπο.
Έτσι πήρε μια απόφαση που έμελλε να αλλάξει τις ζωές όλων.
Αθέτησε τον πρώτο του λόγο και έδωσε την αδελφή του στον Αντρίκο.
Ο Αντρίκος και η Αλέξω παντρεύτηκαν και ξεκίνησαν μαζί μια νέα ζωή.
Όμως η απόφαση αυτή δεν έγινε ποτέ αποδεκτή από τον Κώστα Κ.
Η συνέχεια της ιστορίας θα ήταν τραγική.
Σημείωση: Τα γεγονότα των πρώτων χρόνων του Οινοκαφεπαντοπωλείου βασίζονται σε προφορικές μαρτυρίες που καταγράφηκαν από κατοίκους του Βάστα. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται μόνο τα αρχικά των επωνύμων, καθώς δεν κατέστη δυνατή η πλήρης αρχειακή τεκμηρίωση όλων των προσώπων.
Η αρχή του Οινοκαφεπαντοπωλείου

Ο Αντρίκος και η Αλέξω ξεκίνησαν τη νέα τους ζωή.
Όμως η απόφαση του Διονύση Φ. είχε ανοίξει έναν κύκλο βίας που δεν έκλεισε με τον γάμο.
Σύμφωνα με την προφορική παράδοση του Βάστα, ο Κώστας Κ. δεν αποδέχτηκε ποτέ την εξέλιξη αυτή.
Η αντιπαλότητα κορυφώθηκε και κατέληξε σε μια τραγωδία.
Ο Κώστας Κ. σκοτώνει τον Διονύση Φ. αδελφό της Αλέξως.
Μετά το φονικό, ο δράστης εγκατέλειψε το χωριό και κατέφυγε στα βουνά, όπου παρέμεινε καταζητούμενος.
Η έχθρα όμως δεν είχε τελειώσει.
Ο Αντρίκος συνέχιζε να αποτελεί στόχο.
Σύμφωνα πάντα με την προφορική παράδοση, μια γυναίκα από το Κακαλέτρι, φοβούμενη ότι θα χυνόταν κι άλλο αίμα, αποκάλυψε όσα γνώριζε κατά την εξομολόγησή της στον παπα-Αριστείδη του Βάστα.
Ο ιερέας βρέθηκε μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα.
Να τηρήσει το απόρρητο της εξομολόγησης ή να σώσει μια ανθρώπινη ζωή.
Τελικά αποφάσισε να προειδοποιήσει τον Αντρίκο.
Από εκείνη τη στιγμή, κάθε διαδρομή προς τα χωράφια και τα βουνά έκρυβε έναν κίνδυνο.
Και τότε μια απρόσμενη συγκυρία άλλαξε την πορεία της ζωής του.
Στο Βάστα εργάζονταν εκείνη την εποχή Λαγκαδιανοί μάστορες, οι οποίοι έχτιζαν το πέτρινο καμπαναριό του χωριού.
Ο Αντρίκος τους ανέθεσε να κατασκευάσουν το σπίτι του και στο ισόγειο ένα μικρό οινοκαφεπαντοπωλείο, ώστε να μπορεί να εργάζεται με ασφάλεια μέσα στο χωριό.
Χωρίς να το γνωρίζει, εκείνη η απόφαση θα έδινε την αρχή σε μια ιστορία που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Σημείωση: Στην προφορική παράδοση του Βάστα, ο Κώστας Κ. ταυτίστηκε με γνωστό λήσταρχο της Μεσσηνίας. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν αρχειακές ή άλλες ιστορικές πηγές που να τεκμηριώνουν με βεβαιότητα την ταύτιση αυτή. Για τον λόγο αυτό, η αναφορά παραμένει στοιχείο της τοπικής προφορικής παράδοσης.
Μια νέα αρχή μέσα από την απώλεια

Το μικρό οινοκαφεπαντοπωλείο είχε πλέον ανοίξει τις πόρτες του.
Η ζωή έδειχνε να επιστρέφει σιγά σιγά σε μια κανονικότητα.
Λίγα χρόνια αργότερα, το φθινόπωρο του 1918, όταν η ζωή έδειχνε να βρίσκει ξανά τον ρυθμό της, η πανδημία της Ισπανικής γρίπης έφτασε και στα ορεινά χωριά της Αρκαδίας. Ανάμεσα στα θύματά της ήταν και η Αλέξω.
Ο Αντρίκος βρέθηκε ξανά αντιμέτωπος με μια μεγάλη δοκιμασία.
Έμεινε μόνος, έχοντας ήδη γνωρίσει τον πόλεμο, την απώλεια του ανθρώπου που του έσωσε τη ζωή και τώρα τον θάνατο της γυναίκας του.
Η ζωή όμως στα χωριά δεν σταματούσε.
Λίγο καιρό αργότερα παντρεύτηκε την Ασημίνα.
Μαζί δημιούργησαν οικογένεια και απέκτησαν παιδιά.
Ανάμεσά τους ήταν και ο Χρήστος Παπανδρέου, ο άνθρωπος που οι περισσότεροι θα γνώριζαν απλώς ως Χρήστο Τζίκο.
Μέσα από εκείνον, το προσωνύμιο «Τζίκος» πέρασε από τον Αντρίκο στην οικογένεια και καθιερώθηκε στη συνείδηση των κατοίκων του Βάστα.
Το μικρό οινοκαφεπαντοπωλείο δεν ήταν πλέον μόνο το δημιούργημα του Αντρίκου.
Είχε γίνει οικογενειακή υπόθεση.
Και σύντομα θα γινόταν κάτι ακόμη μεγαλύτερο.
Θα γινόταν το σημείο αναφοράς ολόκληρου του χωριού.
Πόλεμος και Κατοχή

Το Οινοκαφεπαντοπωλείο είχε πλέον καθιερωθεί ως μέρος της καθημερινής ζωής του Βάστα.
Όμως η Ελλάδα βρέθηκε για ακόμη μία φορά αντιμέτωπη με τον πόλεμο.
Το 1940 οι άνδρες του χωριού επιστρατεύθηκαν και πολλές οικογένειες βίωσαν την αγωνία της αναμονής.
Ακολούθησαν η γερμανική και η ιταλική κατοχή, χρόνια δύσκολα για ολόκληρη τη χώρα αλλά και για τα μικρά ορεινά χωριά της Αρκαδίας.
Παρά τις στερήσεις και τις δυσκολίες της εποχής, το Οινοκαφεπαντοπωλείο δεν έκλεισε ποτέ.
Συνέχισε να λειτουργεί, εξυπηρετώντας τις καθημερινές ανάγκες των κατοίκων και αποτελώντας έναν από τους ελάχιστους χώρους όπου οι άνθρωποι μπορούσαν να συναντηθούν, να ανταλλάξουν νέα και να πάρουν κουράγιο ο ένας από τον άλλον.
Όταν ο πόλεμος τελείωσε και η ζωή άρχισε σιγά σιγά να βρίσκει ξανά τον ρυθμό της, μια νέα γενιά ήταν πλέον έτοιμη να αναλάβει τη σκυτάλη.
Ο Χρήστος Τζίκος.
Ο γιος του Αντρίκου, που είχε μεγαλώσει μέσα στο Οινοκαφεπαντοπωλείο, ήταν πλέον έτοιμος να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση.
Ο Χρήστος και η Βάσω

Μετά τον πόλεμο, το Βάστα άρχισε σιγά σιγά να ξαναβρίσκει τον ρυθμό του.
Το Οινοκαφεπαντοπωλείο συνέχισε να λειτουργεί καθημερινά, περνώντας σταδιακά στα χέρια του Χρήστου.
Το 1964, ο Χρήστος παντρεύτηκε τη Βάσω. Μαζί δημιούργησαν την οικογένειά τους και στα χρόνια που ακολούθησαν απέκτησαν τρεις κόρες, την Ασημίνα, τη Νίκη και την Αντριάνα.
Το 1968, ο Αντρίκος Τζίκος έφυγε από τη ζωή. Η κυρά Ασημίνα, μια δυναμική γυναίκα, συνέχισε να κρατά το Οινοκαφεπαντοπωλείο, έχοντας πλέον δίπλα της τον Χρήστο και τη Βάσω.
Για τις επόμενες δεκαετίες, οι τρεις τους αποτέλεσαν την ψυχή του μαγαζιού.
Το πρωί άνοιγαν τα ξύλινα παντζούρια και μέχρι αργά το βράδυ η πόρτα δεν σταματούσε να ανοίγει και να κλείνει.
Άλλος ερχόταν για τον καφέ του.
Άλλος για ένα ποτήρι κρασί.
Άλλος για να αγοράσει ψωμί, ζάχαρη, πετρέλαιο, σπίρτα ή κάποιο άλλο είδος από το παντοπωλείο.
Κάποιος περνούσε μόνο για να μάθει τα νέα.
Κάποιος άλλος απλώς για να βρει παρέα.
Σιγά σιγά, το Οινοκαφεπαντοπωλείο έπαψε να είναι απλώς ένα οικογενειακό κατάστημα.
Έγινε το σημείο όπου περνούσε σχεδόν κάθε άνθρωπος του χωριού, είτε είχε κάτι να αγοράσει είτε όχι.
Δεν ήταν μόνο χώρος εμπορίου.
Ήταν τόπος συνάντησης.
Εκεί συζητούνταν τα νέα του χωριού, οι σοδειές, οι γάμοι, οι ξενιτεμένοι, οι χαρές και οι λύπες.
Κανείς τότε δεν φανταζόταν ότι τα επόμενα χρόνια το μικρό αυτό μαγαζί θα αποκτούσε πολλούς ακόμη σημαντικούς ρόλους.
Μια νέα εποχή

Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, το Βάστα είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει.
Ο αμαξιτός δρόμος είχε συνδέσει το χωριό με τον έξω κόσμο, ενώ έργα υποδομής βελτίωναν σταδιακά την καθημερινότητα των κατοίκων.
Παράλληλα, η μετανάστευση προς την Αμερική και η αυξανόμενη αστυφιλία είχαν ήδη αρχίσει να αλλάζουν τη σύνθεση του χωριού. Πολλοί νέοι αναζητούσαν πλέον μια καλύτερη ζωή μακριά από τον τόπο όπου γεννήθηκαν.

Επιχρωματισμένη φωτογραφία από το Αρχείο Ιωάννη Χρονόπουλου.
Ένα περιστατικό που θυμούνται ακόμη οι παλαιότεροι αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο το κλίμα εκείνης της εποχής.
Το πρωί της 21ης Απριλίου 1967, ένας χωροφύλακας ή σχετιζόμενος με τον κράτος, μπήκε στο Οινοκαφεπαντοπωλείο και ανακοίνωσε στους θαμώνες ότι είχε γίνει «επανάσταση» και ζήτησε να κλείσει το μαγαζί.
Οι περισσότεροι γύρισαν για μια στιγμή το κεφάλι τους, τον άκουσαν και συνέχισαν ατάραχοι την πρέφα, τον καφέ και το κρασί τους.
Η παρτίδα δεν διακόπηκε.
Η ζωή στο χωριό συνέχισε να κυλά όπως και την προηγούμενη ημέρα.
Όμως οι αλλαγές δεν είχαν τελειώσει.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, μια νέα γενιά άρχισε να μεγαλώνει μέσα στο Οινοκαφεπαντοπωλείο.
Οι τρεις κόρες του Χρήστου και της Βάσως, η Ασημίνα, η Νίκη και η Αντριάνα, έφεραν ξανά παιδικές φωνές στον χώρο που για περισσότερα από πενήντα χρόνια αποτελούσε σημείο αναφοράς για το Βάστα.
Χωρίς να το γνωρίζει κανείς τότε, λίγα χρόνια αργότερα το ιστορικό κτίριο θα έδινε τη θέση του σε ένα νέο Οινοκαφεπαντοπωλείο, σηματοδοτώντας την αρχή μιας ακόμη εποχής.
Ο σεισμός που άλλαξε το Οινοκαφεπαντοπωλείο

Το ξημέρωμα της 5ης Απριλίου 1965, ένας ισχυρός σεισμός με επίκεντρο την περιοχή της Μεγαλόπολης συγκλόνισε ολόκληρη την Αρκαδία. Οι ζημιές ήταν εκτεταμένες, ιδιαίτερα στα χωριά γύρω από το επίκεντρο, ενώ χιλιάδες κτίρια υπέστησαν σοβαρές βλάβες και εκατοντάδες κατέρρευσαν.
Το Βάστα δεν έμεινε ανεπηρέαστο.
Το ιστορικό πέτρινο Οινοκαφεπαντοπωλείο, που στεκόταν στο ίδιο σημείο από το 1911, υπέστη σημαντικές ζημιές. Για περισσότερο από μισό αιώνα είχε αντέξει πολέμους, κατοχή, δύσκολους χειμώνες και αμέτρητες καθημερινές στιγμές των κατοίκων του χωριού.
Ο σεισμός, όμως, άφησε τα σημάδια του.
Το κτίριο κρίθηκε σεισμόπληκτο και έγινε πλέον φανερό ότι η ιστορική του διαδρομή πλησίαζε στο τέλος της.
Παρά τη συναισθηματική αξία που είχε για την οικογένεια και για το Βάστα, η ασφάλεια προείχε.
Τα επόμενα χρόνια πάρθηκε η δύσκολη απόφαση να αντικατασταθεί από ένα νέο κτίριο, το οποίο θα συνέχιζε την ιστορία του Οινοκαφεπαντοπωλείου στο ίδιο ακριβώς σημείο.
Το 1974, οι πόρτες του νέου Οινοκαφεπαντοπωλείου άνοιξαν για πρώτη φορά.
Οι πέτρινοι τοίχοι είχαν αλλάξει.
Η ψυχή του, όμως, παρέμενε η ίδια.
Και μέσα σε αυτό το νέο κτίριο επρόκειτο να γραφτούν μερικές από τις πιο όμορφες αναμνήσεις των κατοίκων του Βάστα: το μοναδικό τηλεφωνείο του χωριού, τα γράμματα των ξενιτεμένων, οι φωνές από τον ενισχυτή, τα γλέντια και τα πανηγύρια και οι αμέτρητες καθημερινές ιστορίες που ένωσαν γενιές ανθρώπων.
«Γιαγιά, πάρε το μηδέν να καθαρίσει η γραμμή…»

Για πολλά χρόνια, στο Βάστα υπήρχαν μόνο δύο τηλεφωνικές συνδέσεις.
Η μία βρισκόταν στο Κοινοτικό Γραφείο.
Η άλλη στο Οινοκαφεπαντοπωλείο.
Για τους περισσότερους κατοίκους, αυτό ήταν το τηλέφωνό τους.
Όταν κάποιος τηλεφωνούσε από την Αθήνα, την Αμερική ή οποιοδήποτε άλλο μέρος της Ελλάδας, το τηλέφωνο χτυπούσε μέσα στο μαγαζί μέχρι τα μισά της δεκαετίας του 1990 όπου ξεκίνησε η σύνδεση και στα σπίτια.
Ο Χρήστος ή η Βάσω απαντούσαν, μάθαιναν ποιον ζητούσε ο καλών και αμέσως άναβαν τον ενισχυτή που ήταν συνδεδεμένος με το μεγάφωνο του χωριού.
Πριν ακόμη ακουστεί η φωνή τους, ακουγόταν το χαρακτηριστικό παράσιτο του ενισχυτή.
Ήταν ένας ήχος που όλοι οι Βασταίοι είχαν μάθει να αναγνωρίζουν.
Για λίγα δευτερόλεπτα οι δουλειές σταματούσαν.
Οι άνθρωποι αφουγκράζονταν.
Αν άκουγαν το όνομά τους, άφηναν ό,τι έκαναν και κατευθύνονταν προς το Οινοκαφεπαντοπωλείο.
Αν όχι, συνέχιζαν αμέσως τη δουλειά τους.
Η εικόνα αυτή θύμιζε στους μεγαλύτερους ακόμη παλαιότερες εποχές, όταν περίμεναν τον ταχυδρόμο να φωνάξει το όνομά τους και να τους παραδώσει ένα γράμμα από κάποιον ξενιτεμένο.
Το τηλέφωνο του Οινοκαφεπαντοπωλείου δεν εξυπηρετούσε μόνο μια οικογένεια.
Εξυπηρετούσε ένα ολόκληρο χωριό.
Η δεκαετία του ’80

Η δεκαετία του 1980 δεν θα μπορούσε παρά να είναι… εντελώς ’80s.
Τα καλοκαίρια το Βάστα γέμιζε ξανά από ανθρώπους που επέστρεφαν από την Αθήνα, την Αμερική και άλλες πόλεις.
Το καφενείο γινόταν το σημείο συνάντησης όλων.
Γυάλινα μπουκάλια Pepsi, 7UP και Amstel πάνω στα τραπέζια, ατελείωτες παρτίδες τάβλι, παιδιά γύρω από το ψυγείο με τα παγωτά, νεολαία με κασετόφωνα, άφθονες μπύρες και μπαταρίες που προμηθεύονταν από το καφενείο για να συνεχιστεί η βραδιά στην Κρύα Βρύση, μακριά από τα βλέμματα των μπαρμπάδων.
Οι παρέες μεγάλωναν, οι νεότεροι χόρευαν και πολλές φορές το Οινοκαφεπαντοπωλείο μετατρεπόταν στο νεανικό στέκι του χωριού.
Ήταν η εποχή της αισιοδοξίας, των επιστροφών και των καλοκαιριών που έμοιαζαν να μην τελειώνουν ποτέ.
Οι παρέες μεγάλωναν, οι νεότεροι χόρευαν και πολλές φορές το Οινοκαφεπαντοπωλείο μετατρεπόταν σε ένα νεολαιϊστικο στέκι του χωριού.
Ήταν μια εποχή αισιοδοξίας, επιστροφών και δυνατών αναμνήσεων.
Ένα φως που δεν έσβησε

Με το πέρασμα των χρόνων, το Βάστα άλλαζε.
Κάθε δεκαετία οι μόνιμοι κάτοικοι λιγόστευαν.
Τα σπίτια έκλειναν για τον χειμώνα και το χωριό βυθιζόταν όλο και περισσότερο στη σιωπή.
Κι όμως, όσο ζούσε η κυρά Βάσω, υπήρχε ένα μέρος όπου υπήρχε πάντα φως.
Όποια μέρα κι αν έφτανες στο Βάστα, ακόμη και μέσα στον πιο βαρύ χειμώνα, η πόρτα του Οινοκαφεπαντοπωλείου ήταν ανοιχτή.
Η σόμπα έκαιγε.
Ο καφές ήταν έτοιμος.
Και οι λιγοστοί μόνιμοι κάτοικοι, πλέον μετρημένοι στα δάχτυλα, είχαν πάντα έναν χώρο να συναντηθούν.
Μετά τον θάνατο της κυράς Βάσως, μια ολόκληρη εποχή έφτασε στο τέλος της.
Το Οινοκαφεπαντοπωλείο, όμως, δεν έκλεισε.
Οι τρεις κόρες της συνεχίζουν μέχρι σήμερα να κρατούν ζωντανή την οικογενειακή παράδοση, ανοίγοντας το μαγαζί εποχικά και υποδεχόμενες όσους επιστρέφουν στο Βάστα.
Έτσι, μια ιστορία που ξεκίνησε το 1911 με τον Αντρίκο και την Ασημίνα συνεχίζεται πλέον από την τρίτη γενιά.
Γιατί κάποια καφενεία δεν είναι απλώς επιχειρήσεις.
Είναι η μνήμη ενός χωριού.
Και όσο υπάρχει κάποιος να ανοίγει την πόρτα τους, η ιστορία τους δεν έχει ακόμη τελειώσει.
Leave a Reply