Συνέχεια, επιστροφές και νέες εγκαταστάσεις

Μια υπόθεση εργασίας μέσα από ονόματα, πατρώνυμα και πληθυσμιακές καταγραφές
Η ιστορία ενός χωριού βρίσκεται και στα ονόματα των ανθρώπων του. Ένας κατάλογος γεωργών, ένα μητρώο αγωνιστών ή μια σειρά ψηφοφόρων μπορούν να διασώσουν μικρές πληροφορίες που, όταν συνδυαστούν, μας οδηγούν σε παλαιότερες γενιές.
Για το Βάστα, η σύγκριση τριών καταλόγων —των αγωνιστών του 1821, των γεωργών του 1856 και των ψηφοφόρων του 1875— ανοίγει μια διαδρομή προς τις οικογένειες του 18ου αιώνα.
Παράλληλα, η έκθεση του Βενετού Marco Loredan, η προφορική παράδοση του Κλαδελιού και οι πληθυσμιακές καταγραφές προσφέρουν το ιστορικό πλαίσιο: καταστροφή, εκτοπισμός, πιθανή επιστροφή, απώλειες και μεταγενέστερη ανάπτυξη.
Η υπόθεση που εξετάζουμε είναι ότι το Βάστα του 19ου αιώνα διαμορφώθηκε από τη συνέχεια μέρους των παλαιών οικογενειών, την επιστροφή εκτοπισμένων και την προσθήκη νέων κατοίκων, μεταξύ άλλων μέσω γάμων.
Η καταστροφή και ο εκτοπισμός επί Βενετών
Η έκθεση του Marco Loredan, με ημερομηνία 20 Σεπτεμβρίου 1711, περιγράφει μέτρα που είχαν ληφθεί εναντίον των κατοίκων του Βάστα, του Ίσαρη και του Ενόκοβι.
Ο Loredan αναφέρει την εκτέλεση αρχηγών, την πυρπόληση και καταστροφή κατοικιών και την αναγκαστική μεταφορά κατοίκων σε οικισμούς της πεδιάδας της Καρύταινας. Στους μετεγκατεστημένους παραχωρήθηκαν άλλες γαίες, ενώ εγκαταστάθηκε στρατιωτική δύναμη για την επιτήρησή τους.
Ένα σημείο της έκθεσης έχει ιδιαίτερη σημασία: ο ίδιος ο διοικητής θεωρούσε ότι οι κάτοικοι επιθυμούσαν να επιστρέψουν στις παλιές τους εστίες. Ζητούσε επαγρύπνηση ώστε να εμποδιστεί ενδεχόμενη επιστροφή.
Η έκθεση καταγράφει επομένως τόσο τον εκτοπισμό όσο και τον συνεχιζόμενο δεσμό των κατοίκων με τον τόπο τους.
Η πιθανή επιστροφή μετά το 1715
Το 1715 οι Βενετοί αποχώρησαν από την Πελοπόννησο. Στο σημείο αυτό τοποθετούμε την υπόθεση ότι μέρος των εκτοπισμένων επέστρεψε στο Βάστα.
Η επιστροφή μπορούσε να γίνει σταδιακά. Ορισμένες οικογένειες μπορεί να επέστρεψαν σύντομα, άλλες αργότερα, ενώ κάποιες ενδέχεται να παρέμειναν στον τόπο μετεγκατάστασης.
Για όσους επέστρεφαν υπήρχαν δεσμοί που μπορούσαν να ευνοούν την επανεγκατάσταση: παλιές κατοικίες, χωράφια, συγγενείς και γνώση της περιοχής. Η επιθυμία επιστροφής που αναφέρει ο Loredan προσφέρει συγκεκριμένη βάση για αυτό το σενάριο.
Η πραγματοποίηση της επιστροφής αποτελεί υπόθεση εργασίας. Μέσα σε αυτήν, οι επιστρέψαντες συνέβαλαν στην ανασυγκρότηση του χωριού και αποτέλεσαν μέρος του μεταγενέστερου οικογενειακού κορμού.
Ο θρύλος του Κλαδελιού
Η τοπική προφορική παράδοση αφηγείται ότι Βασταίοι κατέφυγαν στο Κλαδελιό κατά την Αλβανοκρατία και σφαγιάστηκαν εκεί.
Στην αφήγηση που εξετάζουμε δεν διευκρινίζεται πόσοι ήταν ούτε ότι επρόκειτο για όλους τους κατοίκους. Η εκδοχή «σκοτώθηκαν όλοι» προσθέτει την ιδέα της πλήρους εξαφάνισης του προηγούμενου πληθυσμού.
Στην παρούσα εργασία κρατάμε χωριστά:
- την παράδοση για την καταφυγή και τη σφαγή,
- το ερώτημα της έκτασης των απωλειών,
- την υπόθεση επιβίωσης και συνέχειας άλλων κατοίκων.
Μια σοβαρή καταστροφή μπορούσε να αφήσει έντονη συλλογική μνήμη και συγχρόνως να επιτρέψει την επιβίωση οικογενειών. Η σφαγή που θυμάται ο θρύλος μπορεί επομένως να ενταχθεί σε μια ιστορία απωλειών, μετακινήσεων και ανασυγκρότησης.
Πώς ακολουθούμε τις οικογένειες προς τα πίσω
Οι τρεις ονομαστικοί κατάλογοι προσφέρουν διαφορετικά στοιχεία:
| Πηγή | Τι χρησιμοποιούμε |
|---|---|
| Μητρώο Βασταίων Αγωνιστών του 1821 | Ονόματα, πατρωνυμικά αρχικά και εναλλακτικά επώνυμα |
| Απογραφή γεωργών του 1856 | Ονόματα, ηλικίες και πρόσθετες ονομαστικές ενδείξεις |
| Εκλογικός κατάλογος του 1875 | Ονόματα, ηλικίες και ονόματα πατέρων |
Η ηλικία επιτρέπει έναν πρώτο υπολογισμό:
Έτος καταλόγου − ηλικία = περίπου έτος γέννησης.
Το πατρώνυμο προσθέτει μία προηγούμενη, ονομασμένη γενιά. Στη συνέχεια συγκρίνουμε τις εγγραφές με βάση το όνομα, το επώνυμο, τον πατέρα και τις χρονολογίες.
Οι διαφορετικές γραφές των επωνύμων ομαδοποιούνται για τη διασταύρωση. Για παράδειγμα, εξετάζουμε μαζί τις γραφές Σουλαντίγκος και Σουλαντίκας ή Σιντέτος και Συντέτος, διατηρώντας παράλληλα την αρχική μορφή κάθε εγγραφής.
Όταν απουσιάζει η ηλικία του πατέρα, χρησιμοποιούμε ένα κοινό μοντέλο εκτίμησης:
Γέννηση παιδιού −30 χρόνια, με εύρος ±10 ετών.
Για τον συγκεκριμένο υπολογισμό υποθέτουμε ότι ο πατέρας ήταν περίπου 20–40 ετών όταν γεννήθηκε το παιδί. Πρόκειται για εύρος εργασίας. Όπου εντοπίζεται ηλικία του ίδιου του πατέρα, εκείνη αντικαθιστά την εκτίμηση.
Το παράδειγμα του Πέτρου Σουλαντίκα
Στην απογραφή γεωργών του 1856 ο Πέτρος Σουλατίγκας καταγράφεται ως 45 ετών. Η γέννησή του υπολογίζεται περίπου στο 1811.
Στον εκλογικό κατάλογο του 1875 ο Πέτρος Σουλαντίκας εμφανίζεται ως 63 ετών, με πατέρα Αθανάσιο. Η ηλικία αυτή δίνει γέννηση περίπου το 1812.
Η διαφορά ενός έτους προσφέρει στενή χρονική συμφωνία μεταξύ των δύο εγγραφών. Το πατρώνυμο μας οδηγεί στην ακολουθία:
Αθανάσιος → Πέτρος, γεννημένος περίπου το 1811–1812.
Με βάση τη χρονολογία που προκύπτει από τον κατάλογο του 1875, η γέννηση του πατέρα εκτιμάται περίπου στο 1782, με εύρος 1772–1792.
Στο μητρώο αγωνιστών υπάρχει επίσης Αθανάσιος Σουλαντίκας. Η πιθανή ταύτισή του με τον πατέρα του Πέτρου αποτελεί ξεχωριστή σύνδεση προς διερεύνηση.
Οι παλαιότεροι ονομασμένοι πρόγονοι
Οι παλαιότερες εγγραφές του εκλογικού καταλόγου μάς οδηγούν στους ακόλουθους πατέρες:
| Οικογενειακός πυρήνας | Πατέρας | Παιδί — περίπου γέννηση | Εκτιμώμενη γέννηση πατέρα |
|---|---|---|---|
| Σουλαντίκα | Βασίλειος | Δημήτριος — 1805, αρ. 559 | 1765–1785 |
| Στριγλή | Αγγελής | Βασίλειος — 1809, αρ. 524 | 1769–1789 |
| Σουλαντίκα | Αθανάσιος | Πέτρος — 1812, αρ. 669 | 1772–1792 |
| Παπανδρέα | Γεώργιος | Αναστάσιος — 1813, αρ. 481 | 1773–1793 |
| Σουλαντίκα | Μήτρος | Θεόδωρος — 1813, αρ. 590 | 1773–1793 |
| Ζώη | Ζώης | Δημητράκης — 1815, αρ. 560 | 1775–1795 |
| Γαλάνη | Γαλλάνης | Γεώργιος — 1815, αρ. 537 | 1775–1795 |
| Τζανετόπουλου | Θεόδωρος | Θεόδωρος — 1818, αρ. 594 | 1778–1798 |
| Πετρόπουλου | Πέτρος | Αθανάσιος — 1819, αρ. 490 | 1779–1799 |
| Συντέτου | Πανάγος | Δημήτριος — 1819, αρ. 558 | 1779–1799 |
| Κολοφύρα | Διαμαντής | Πέτρος — 1819, αρ. 665 | 1779–1799 |
| Λαμπρακόπουλου | Αθανάσιος | Αγγελής — 1820, αρ. 488 | 1780–1800 |
| Τσαγγάρη | Λυμπέριος | Νικήτας — 1820, αρ. 648 | 1780–1800 |
| Κότσιρα | Θεόδωρος | Αγγελής — 1829, αρ. 483 | 1789–1809 |
| Κουλούρη | Παναγιώτης | Αθανάσιος — 1829, αρ. 491 | 1789–1809 |
Τα ονόματα των πατέρων προέρχονται από τις εγγραφές. Τα οικογενειακά επώνυμα αποδίδονται μέσω των παιδιών. Οι ενδείξεις «Ζώης» και «Γαλλάνης» διατηρούνται όπως παρατέθηκαν στην αποδελτίωση.
Στους Σουλαντίκες υπάρχει επίσης Μήτρος του Βασιλείου με υπολογιζόμενη γέννηση περίπου το 1815. Η εγγραφή αυτή διατηρείται χωριστά από τον Δημήτριο του Βασιλείου του 1805, λόγω της διαφοράς ηλικίας.
Ο πίνακας συγκεντρώνει 13 ομάδες επωνύμων, με περισσότερους πατρικούς κλάδους στους Σουλαντίκες. Οι εκτιμήσεις αφορούν κυρίως το τελευταίο τρίτο του 18ου αιώνα. Τα παλαιότερα εύρη περιλαμβάνουν χρόνια πριν από τα Ορλωφικά του 1770.
Η γενεαλογική γέφυρα προς τον 18ο αιώνα
Από το 1715 μέχρι τις κεντρικές εκτιμήσεις γέννησης των πατέρων, περίπου το 1775–1800, μεσολαβούν 60–85 χρόνια.
Με έναν ενδεικτικό ρυθμό 25–30 ετών ανά γενιά, εξετάζουμε περίπου δύο ή τρεις διαδοχές:
Επιστρέψαντες → παιδιά και εγγόνια τους → ονομασμένοι πρόγονοι του τέλους του 18ου αιώνα → πρόσωπα των καταλόγων του 19ου αιώνα.
Αυτή είναι η γενεαλογική γέφυρα της υπόθεσης. Τα ενδιάμεσα πρόσωπα παραμένουν ανώνυμα στο διαθέσιμο υλικό.
Η συνέχεια αφορά συγγενικούς κλάδους και όχι αναγκαστικά αμετάβλητα επώνυμα. Οι οικογένειες μπορούσαν να διακλαδίζονται σε περισσότερα σπίτια, ενώ τα επώνυμα μπορούσαν να αλλάζουν ή να εμφανίζονται με εναλλακτικές μορφές.
Το πληθυσμιακό πλαίσιο
Οι καταγραφές παρουσιάζουν την ακόλουθη εικόνα:
| Έτος | Κάτοικοι | Οικογένειες ή οικίες | Πηγή |
|---|---|---|---|
| 1700 | ~142 | 26 οικογένειες | Grimani |
| 1815 | ~137 | 25 οικογένειες | Pouqueville |
| 1829 | 95 | 22 οικογένειες | Καποδιστριακή καταγραφή |
| 1846 | 289 | — | Σταματάκης |
| 1851 | 406 | 75 οικίες | Ραγκαβής |
| 1861 | 415 | — | Υπουργείον των Εσωτερικών |
| 1879 | 604 | — | Υπουργείον των Εσωτερικών |
| 1889 | 669 | — | Πληθυσμιακή καταγραφή |
Οι αριθμοί κατοίκων του 1700 και του 1815 παρουσιάζονται ως εκτιμήσεις. Οι 75 οικίες του 1851 διατηρούνται ως διαφορετική κατηγορία από τις οικογένειες.
Το 1700 και το 1815 το χωριό εμφανίζεται σε παρόμοια δημογραφική κλίμακα: περίπου 25 οικογένειες. Αυτή η εικόνα προσφέρει πλαίσιο για την υπόθεση ανασυγκρότησης, χωρίς να ταυτίζει ονομαστικά τις οικογένειες των δύο εποχών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει όσα συμβαίνουν μετά την Επανάσταση.
Η μεγάλη αύξηση μετά το 1829
Το 1829 καταγράφονται 95 κάτοικοι σε 22 οικογένειες.
Μόλις 17 χρόνια αργότερα, το 1846, καταγράφονται 289 κάτοικοι. Το 1851 ο αριθμός έχει φτάσει στους 406 κατοίκους και 75 οικίες.
Η αριθμητική μεταβολή είναι μεγάλη:
| Περίοδος | Μεταβολή |
|---|---|
| 1829–1846 | +194 κάτοικοι |
| 1846–1851 | +117 κάτοικοι |
| 1851–1861 | +9 κάτοικοι |
| 1861–1879 | +189 κάτοικοι |
| 1879–1889 | +65 κάτοικοι |
Η εικόνα δεν είναι μια απλή, σταθερή δημογραφική άνοδος. Υπάρχουν περίοδοι πολύ γρήγορης αύξησης και άλλες σχεδόν στασιμότητας.
Αυτό ανοίγει ένα σημαντικό ερευνητικό ερώτημα: με ποιον τρόπο αυξήθηκε τόσο πολύ ο πληθυσμός του Βάστα;
Στην παρούσα εργασία εξετάζουμε έναν συνδυασμό παραγόντων:
γεννήσεις + επιστροφές + νέες εγκαταστάσεις + γαμήλιες μετακινήσεις.
Οι γάμοι ως δρόμος εγκατάστασης
Οι γάμοι μπορούν να έχουν ιδιαίτερη σημασία στην εξέταση της πληθυσμιακής ανάπτυξης ενός χωριού.
Ένας Βασταίος μπορούσε να παντρευτεί γυναίκα από άλλον οικισμό και να εγκατασταθούν στο Βάστα. Στην περίπτωση αυτή ένας νέος κάτοικος προστίθεται στο χωριό, αλλά το οικογενειακό επώνυμο που εμφανίζεται στις μεταγενέστερες καταγραφές μπορεί να παραμένει το ίδιο.
Μπορούσε όμως να συμβεί και το αντίστροφο: ένας άνδρας από άλλο χωριό να παντρευτεί Βασταία και να εγκατασταθεί στο Βάστα. Τότε μπορούσε να εμφανιστεί ένα νέο επώνυμο στην κοινότητα.
Ο γάμος επομένως μπορούσε να λειτουργεί με δύο διαφορετικούς τρόπους:
- να ενισχύει έναν ήδη υπάρχοντα οικογενειακό κλάδο,
- να εισάγει έναν νέο οικογενειακό κλάδο στο χωριό.
Και στις δύο περιπτώσεις ακολουθούσαν οι επόμενες γενιές.
Ένας εισερχόμενος σύζυγος δεν αντιπροσώπευε μόνο έναν επιπλέον κάτοικο. Ένα ζευγάρι που δημιουργήθηκε στις αρχές της περιόδου 1829–1846 μπορούσε μέχρι το τέλος της να έχει ήδη αρκετά παιδιά καταγεγραμμένα ως κατοίκους του Βάστα.
Έτσι, ακόμη και ένας σχετικά περιορισμένος αριθμός γαμήλιων μετακινήσεων μπορούσε μέσα σε μία ή δύο γενιές να έχει πολύ μεγαλύτερη δημογραφική επίδραση από τον αρχικό αριθμό των ανθρώπων που εγκαταστάθηκαν.
Ένα απλό αριθμητικό παράδειγμα
Ας πάρουμε αποκλειστικά ως παράδειγμα 30 γάμους μέσα σε 17 χρόνια, δηλαδή λιγότερους από δύο τον χρόνο, στους οποίους ο ένας σύζυγος προερχόταν από άλλο χωριό και εγκαταστάθηκε στο Βάστα.
Οι 30 εισερχόμενοι σύζυγοι θα πρόσθεταν αρχικά 30 κατοίκους.
Αν από αυτά τα ζευγάρια ζούσαν στο Βάστα το 1846 κατά μέσο όρο τέσσερα παιδιά ανά οικογένεια, τότε οι εισερχόμενοι σύζυγοι και τα παιδιά τους θα αντιπροσώπευαν:
30 εισερχόμενοι σύζυγοι + 120 παιδιά = 150 κατοίκους.
Ο αριθμός δεν αποτελεί ανακατασκευή του πραγματικού πληθυσμού του Βάστα. Δείχνει όμως την κλίμακα που μπορούσε να αποκτήσει μέσα σε 17 χρόνια ένας σχετικά μικρός αριθμός γαμήλιων μετακινήσεων όταν συνδυαζόταν με τις γεννήσεις.
Η πραγματική εικόνα θα περιλάμβανε παράλληλα θανάτους, αναχωρήσεις, επιστροφές, γάμους Βασταίων μεταξύ τους και πιθανές εγκαταστάσεις ολόκληρων οικογενειών.
Γι’ αυτό το αριθμητικό παράδειγμα λειτουργεί μόνο ως μοντέλο εργασίας.
Παλιοί κλάδοι και νέα επώνυμα
Εδώ η δημογραφική έρευνα συναντά ξανά τη γενεαλογική.
Η οικογενειακή συνέχεια και η άφιξη νέων κατοίκων δεν είναι δύο αντίθετες εξηγήσεις. Μπορούσαν να συμβαίνουν ταυτόχρονα.
Ένας παλιός οικογενειακός κλάδος μπορούσε να μεγαλώσει και να δημιουργήσει περισσότερα νοικοκυριά.
Μια εισερχόμενη νύφη μπορούσε να ενισχύσει δημογραφικά έναν ήδη υπάρχοντα κλάδο χωρίς να εμφανιστεί νέο επώνυμο.
Ένας εισερχόμενος γαμπρός μπορούσε να δημιουργήσει νέο οικογενειακό κλάδο και να εισαγάγει νέο επώνυμο.
Μια ολόκληρη οικογένεια μπορούσε επίσης να εγκατασταθεί στο χωριό.
Για τον λόγο αυτό η σύγκριση των επωνύμων αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Αν ένα επώνυμο εμφανίζεται ήδη στις παλαιότερες διαθέσιμες καταγραφές και συνεχίζει στον 19ο αιώνα, εξετάζουμε την πιθανότητα παλαιότερης οικογενειακής συνέχειας.
Αν ένα επώνυμο εμφανίζεται για πρώτη φορά σε μεταγενέστερο κατάλογο, η πρώτη αυτή εμφάνιση γίνεται αφετηρία έρευνας για πιθανή νέα εγκατάσταση, γάμο ή διαφορετική ονομαστική μορφή παλαιότερου κλάδου.
Η πρώτη εμφάνιση σε έναν διαθέσιμο κατάλογο δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την πρώτη παρουσία της οικογένειας στο Βάστα. Κάθε κατάλογος καταγράφει συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων και όχι ολόκληρο τον πληθυσμό.
Μια κοινότητα που αλλάζει χωρίς να ξεκινά από το μηδέν
Η εικόνα που αρχίζει να σχηματίζεται είναι περισσότερο σύνθετη από μια απλή διαδοχή «παλιών» και «νέων» κατοίκων.
Η έκθεση του 1711 καταγράφει έναν πληθυσμό που εκτοπίστηκε αλλά εξακολουθούσε να επιθυμεί την επιστροφή του.
Μετά το τέλος της Βενετοκρατίας το Βάστα εμφανίζεται ξανά ως κατοικημένος οικισμός.
Οι κατάλογοι του 19ου αιώνα μάς επιτρέπουν να κινηθούμε προς τα πίσω και να φτάσουμε σε ονομασμένους πατέρες των οποίων οι εκτιμώμενες γεννήσεις τοποθετούνται κυρίως στο τελευταίο τρίτο του 18ου αιώνα.
Ανάμεσα στην πιθανή επιστροφή μετά το 1715 και σε αυτούς τους ανθρώπους χωρούν περίπου δύο ή τρεις γενιές.
Παράλληλα, η μεγάλη πληθυσμιακή ανάπτυξη του 19ου αιώνα δείχνει μια κοινότητα που δεν έμενε στατική. Μεγάλωνε, δημιουργούσε νέα νοικοκυριά και μπορούσε να δέχεται νέους κατοίκους μέσω γάμων, επιστροφών ή άλλων εγκαταστάσεων.
Η συνολική υπόθεση εργασίας
Τα στοιχεία επιτρέπουν πλέον να διατυπωθεί μια ενιαία υπόθεση:
Μέρος των οικογενειών που εκτοπίστηκαν επί Βενετών πιθανόν επέστρεψε μετά το 1715 και συμμετείχε στην ανασυγκρότηση του Βάστα.
Ορισμένοι οικογενειακοί πυρήνες που εμφανίζονται στους καταλόγους του 19ου αιώνα μπορούν να εξεταστούν ως πιθανή συνέχεια αυτών των παλαιότερων οικογενειών.
Κατά τον 19ο αιώνα ο αρχικός αυτός οικογενειακός κορμός φαίνεται να διευρύνθηκε. Η αύξηση μπορούσε να προέρχεται τόσο από τις επόμενες γενιές των ήδη εγκατεστημένων οικογενειών όσο και από επιστροφές και νέες εγκαταστάσεις. Οι γάμοι αποτελούν έναν από τους μηχανισμούς μέσω των οποίων νέοι άνθρωποι και νέα επώνυμα μπορούσαν να ενταχθούν στην κοινότητα.
Η επόμενη φάση της έρευνας είναι πλέον συγκεκριμένη: η συστηματική σύγκριση όλων των επωνύμων και πατρωνύμων των διαθέσιμων καταλόγων.
Για κάθε οικογενειακό κλάδο μπορούν να καταγραφούν:
πρώτη γνωστή εμφάνιση → πατρώνυμο → εκτιμώμενη γέννηση → επόμενη εμφάνιση → πιθανή συγγενική σύνδεση.
Με αυτόν τον τρόπο μπορεί σταδιακά να δημιουργηθεί ένας χάρτης των οικογενειακών πυρήνων του Βάστα και της εξέλιξής τους μέσα στον χρόνο.
Πηγές και τρόπος παρουσίασης
🟢 Στοιχεία πηγών: η έκθεση Loredan, τα ονόματα, τα πατρώνυμα και οι ηλικίες των καταλόγων, καθώς και οι πληθυσμιακές καταγραφές.
🟣 Προφορική παράδοση: η αφήγηση για την καταφυγή και τη σφαγή στο Κλαδελιό.
🟡 Υποθέσεις εργασίας: οι γεννήσεις των πατέρων, οι πιθανές ταυτίσεις προσώπων, η επιστροφή μετά το 1715, η συνέχεια οικογενειακών πυρήνων και τα σενάρια αύξησης μέσω γάμων και εγκατάστασης νέων κατοίκων.
Leave a Reply